Αρχείο για Ιουνίου, 2014

Το Σάββατο 28 Ιουνίου του 2014, «έφυγε» απο τη ζωή ο σπουδαίος κύπριος μουσικοσυνθέτης Γιώργος Κοτσώνης. Ο Γιώργος Κοτσώνης γεννήθηκε στον Άγιο Δομέτιο Λευκωσίας στις 19 Νοεμβρίου 1937 και αφού αποφοίτησε από την Εμπορική Σχολή Σαμουήλ, εντάχθηκε στις τάξεις των αγωνιστών του απελευθερωτικού αγώνα της ΕΟΚΑ. Καταδικάστηκε ερήμην του εις θάνατον από τους Άγγλους αποικιοκράτες, συνελήφθη στο Κάιρο το 1956 και μετά από απόδραση, του δόθηκε πολιτικό άσυλο από τον πρόεδρο Νάσσερ. Έπειτα διέφυγε στην Αθήνα. Ξεκίνησε μουσικές σπουδές στο Εθνικό Ωδείο Αθηνών, με υποτροφία που του παραχώρησε ο Εθνάρχης Μακάριος ο Γ΄, έχοντας ως δασκάλους το Μανώλη Καλομοίρη και το Μιχάλη Βούρτση. Από το Εθνικό Ωδείο αποφοίτησε με δύο βραβεία εξαιρετικής επίδοσης στην ενορχήστρωση και την αντίστιξη/φούγκα. Με την επιστροφή του στην Κύπρο εργάστηκε αρχικά ως καθηγητής μουσικής στη μέση εκπαίδευση και στη συνέχεια, το 1964, προσελήφθη από το Ραδιοφωνικό Ίδρυμα Κύπρου (ΡΙΚ) ως μουσικός παραγωγός, όπου παρέμεινε και εργάστηκε, προσφέροντας σημαντικές υπηρεσίες στα μουσικά δρώμενα του τόπου για περισσότερα από 30 χρόνια, μέχρι την αφυπηρέτηση του το 1997. Πρώτος σημαντικός σταθμός στη μουσική του σταδιοδρομία υπήρξε η μουσική σύνθεση του έργου «Άσμα ηρωικό και πένθιμο για τον χαμένο ανθυπολοχαγό της Αλβανίας» του Οδυσσέα Ελύτη το 1966, και η ταυτόχρονη ίδρυση – για τις ανάγκες του έργου – της Συμφωνικής Ορχήστρας του ΡΙΚ, τη διεύθυνση της οποίας είχε τόσο ο ίδιος όσο και ο αείμνηστος Γιάγκος Μιχαηλίδης, και η οποία έμελλε να διαδραματίσει καθοριστικό ρόλο στην ευρύτερη πολιτιστική προσφορά του ΡΙΚ. Το 1967 έγραψε μουσική για το έργο του Πάνου Ιωαννίδη «Συ που σκοτώθης για το φως», για το ντοκιμαντέρ του ΡΙΚ για τον Γιώργο Σεφέρη «Ες γην εναλίαν Κύπρον» και για την ταινία «Βότρυς της Κύπρου», που προβλήθηκαν από πολλούς τηλεοπτικούς σταθμούς στην Κύπρο και το εξωτερικό. Την ίδια χρονιά συνέθεσε και εξέδωσε το έργο «Του Μαυριανού και της αδερφής του», σε λογοτεχνική διασκευή του ομώνυμου δημοτικού τραγουδιού απο τον Γιάννη Κακουλίδη. Τα τραγούδια ερμήνευσαν οι Γιάννης Θωμόπουλος, Μιχάλης Βιολάρης, Λάκης Παππάς και Μαρία Καρρά. Το 1969 το ΡΙΚ εξέδωσε τον δίσκο «Μουσική και τραγούδια του Γιώργου Κοτσώνη» όπου εντάχθηκαν τα πρώτα τραγούδια που έγραψε με τους κύπριους στιχουργούς και ποιητές Άνθο Λυκαύγη, Μιχάλη Πασιαρδή και Νίκο Κρανιδιώτη με ερμηνευτή τον Σταύρο Σιαηλή, όπως και τη μουσική των ταινιών «Ες γην εναλίαν Κύπρον» και «Βότρυς της Κύπρου». Πολλά τραγούδια του εντάχθηκαν σε δισκογραφικές δουλειές του Μιχάλη Βιολάρη, της Μαρίας Δουράκη, της Πόπης Αστεριάδη κ.α. στα πλαίσια της νεοκυμματικής δημιουργίας. Έργο – σταθμός στη δημιουργική πορεία του Γιώργου Κοτσώνη αλλά και έργο σπουδής για τους νέους μουσικούς, υπήρξε η «Αγία Τηλλυρία» σε στίχους Σπύρου Παπαγεωργίου που μελοποιήθηκε το 1973. Το έργο παρουσιάστηκε με συναυλίες σε όλη την Κύπρο, μία εκ των οποίων πραγματοποιήθηκε τον Αύγουστο του ίδιου χρόνου στο αρχαίο θέατρο της Σαλαμίνας, και αποτέλεσε την τελευταία εκδήλωση που έλαβε χώρα εκεί, πριν από την κατάληψή του κατά την τουρκική εισβολή του 1974. Μετά την τουρκική εισβολή, ο Γ. Κοτσώνης μελοποίησε και εξέδωσε τις ποιητικές σύνθεσεις του Γιάννη Ρίτσου «Κυρά των Αμπελιών» (1975)με ερμηνευτές τον Κώστα Καμένο, την Ελένη Βιτάλη και τη Σάνια Κρυστάλλη, και «Ύμνος και Θρήνος για την Κύπρο» (1976) με ερμηνευτές τον Κώστα Καμένο και την Αρετή Χασάπη, με συμμετοχή του ποιητή στην απαγγελία. Στο έργο αυτό ο συνθέτης συμπεριέλαβε και τέσσερα τραγούδια σε ποίηση των κυπρίων ποιητών Άνθου Λυκαύγη και Κώστα Μόντη, μεταξύ των οποίων «Το τραγούδι του Λεύτερου» σε ποίηση Δώρου Λοϊζου, ένα απο τα σημαντικότερα τραγούδια του. Τα έργα του αυτά εκδόθηκαν απο τη Zodiac– τη θυγατρική δισκογραφική εταιρία της «Λύρα» – με παραγωγό τον Αλέκο Πατσιφά. Επίσης σημαντική ήταν η συνεργασία του συνθέτη με το BBC με τη μουσική σύνθεση για τις σειρές «Ο Χριστός ξανασταυρώνεται» (1972) και «Η κληρονομιά της Αφροδίτης» (1978). Το 1981 βραβεύτηκε από το Υπουργείο Παιδείας της Κύπρου για το Λαϊκό Ορατόριο «Μακάριος ο νυν και αεί» σε στίχους Άνθου Λυκαύγη και ερμηνευτή τον Κώστα Καμένο, έργο που αποτελεί μια άλλη αξιόλογη και σημαντική κατάθεση του Κοτσώνη στη σύγχρονη κυπριακή μουσική παραγωγή. Πολύ δημιουργική υπήρξε και η συνεργασία του με τον Θεατρικό Οργανισμό Κύπρου (Θ.Ο.Κ.) και με το Γερμανικό Θέατρο Deutcher Teater, στον τομέα της θεατρικής μουσικής, όπου ο Γιώργος Κοτσώνης έγραψε για μνημειώδεις παραστάσεις όπως, «Ο Ματωμένος Γάμος» του Φρεντερίκο Γκαρθία Λόρκα, «Ο Καυκασιανός κύκλος με την κιμωλία» και «Μάνα Κουράγιο» του Μπέρτολτ Μπρεχτ, και άλλα. Στον Γ. Κοτσώνη ανήκουν επίσης τα εύσημα για τη δημιουργία του Γ΄ ραδιοφωνικού προγράμματος του ΡΙΚ. Μεγάλη η προσφορά του στην ανάδειξη της κυπριακής μουσικής και ποιητικής παράδοσης, με εκδόσεις δίσκων, εκδόσεις ποιητικών συλλογών νέων κυπρίων λαϊκών ποιητών, αλλά και με την καθιέρωση του ετήσιου Διαγωνισμού Σύνθεσης Κυπριακού Τραγουδιού. Για τη μεγάλη προσφορά του στα μουσικά πράγματα του τόπου και στην ευρύτερη πολιτιστική και πνευματική ζωή του τόπου ο Γιώργος Κοτσώνης τιμήθηκε, από την Κυπριακή Πολιτεία το 2004, με το Αριστείο Γραμμάτων, Τεχνών και Επιστημών, και από την Επιτροπή του Βραβείου Πολιτιστικής Προσφοράς Τεύκρου Ανθία και Θεοδόση Πιερίδη, το 2013. * Στις 11 Ιουλίου 2014 η Δημοτική Χορωδία της ημικατεχόμενης Δερύνειας πραγματοποιεί συναυλία – αφιέρωμα στο έργο του, με αφορμή τη συμπλήρωση 40 χρόνων απο την τουρκική εισβολή και 50 χρόνων απο τους βομβαρδισμούς της Τηλλυρίας από την τουρκική αεροπορία. Στη συναυλία αυτή θα τραγουδήσουν ο σταθερός του συνεργάτης επί σειρά ετών Κώστας Καμένος, ο Δημήτρης Φανής, η Αργυρώ Χριστοδούλου, η Μαρία Κοκκώνη και ο Κώστας Κάτζιης. Ποιήματα θα απαγγείλει ο ηθοποιός Σταύρος Λούρας. Την καλλιτεχνική επιμέλεια και τη διεύθυνση χορωδίας και ορχήστρας έχει ο Γιώργος Καλογήρου. Η συναυλία αυτή οργανώθηκε με τη συμπαράσταση και τις υποδείξεις του συνθέτη.

Πηγή: http://www.musicpaper.gr

Advertisements

Η Επιχειρήσεις της Κοφίνου

Η Κοφίνου βρίσκεται 40 χιλιόμετρα νότια της Λευκωσίας στο σταυροδρόμι δύο στρατηγικής σημασίας αυτοκινητοδρόμων: Λευκωσίας – Λεμεσού και Λάρνακας – Λεμεσσού. Είναι χτισμένη σε υψόμετρο 150 μέτρων και τα χρόνια της δεκαετίας του ’60 κατοικείτο αποκλειστικά από Τουρκοκυπρίους (725 κάτοικοι στην απογραφή του 1960). Μετά τις διακοινοτικές ταραχές του 1963, η Κοφίνου εξελίχθηκε σε ισχυρό στρατιωτικό προπύργιο των Τουρκοκυπρίων. Ήταν μία διαρκής εστία επεισοδίων στην περιοχή και συχνά ένοπλοι Τουρκοκύπριοι απέκοπταν τις δύο οδικές αρτηρίες, όταν δεν πυροβολούσαν τα διερχόμενα αυτοκίνητα.

Η Κυπριακή κυβέρνηση απευθύνθηκε στις δυνάμεις του ΟΗΕ, αλλά η επέμβασή τους καθυστερούσε. Στις 15 Νοεμβρίου 1967 η Εθνική Φρουρά υπό τις διαταγές του στρατηγού Γεωργίου Γρίβα κλήθηκε να αναλάβει αυτή να αποκαταστήσει την τάξη. Ο Γρίβας κινητοποίησε ισχυρές δυνάμεις, με άρματα μάχης, τεθωρακισμένα και πυροβολικό. Πρώτος στόχος το μικτό χωριό Άγιος Θεόδωρος (685 Τουρκοκύπριοι κάτοικοι και 525 Ελληνοκύπριοι) το οποίο και και κατέλαβε σχεδόν χωρίς μάχη την τουρκοκυπριακή συνοικία. Στη συνέχεια στράφηκε κατά τις γειτονικής Κοφίνου. Στις αψιμαχίες που ακολούθησαν έχασαν τη ζωή τους 24 Τουρκοκύπριοι και 9 τραυματίστηκαν, ενώ οι απώλειες της ελληνοκυπριακής πλευράς ήταν ένας νεκρός και δύο τραυματίες.

ΓΕΝΙΚΑ

Το Ζήτημα της Κοφίνου έλαβε διεθνή χαρακτήρα μετά την μεσολάβηση διεθνών οργανισμών (ΝΑΤΟ, ΟΗΕ και ΗΠΑ) στην αποκλιμάκωση της έντασής του και την αποφυγή, της επαπειλούμενης εξ αυτού, ελληνοτουρκικής πολεμικής σύρραξης. Οι επιχειρήσεις της Κοφίνου εξελίχθηκαν σε δραματικά γεγονότα σε βάρος της Ελλάδας, όταν αυτά καταγγέλθηκαν μεγαλοποιούμενα από την Τουρκία ως μορφή «γενοκτονίας«, κινητοποιώντας μεγάλες στρατιωτικές μονάδες τόσο στα ελληνοτουρκικά σύνορα του Έβρου όσο και στα έναντι της Κύπρου τουρκικά παράλια, απειλώντας κήρυξη πολέμου κατά της Ελλάδας και εισβολή στην Κύπρο.
Η τότε ελληνική χουντική κυβέρνηση του Κόλλια δεν κατάφερε να διαχειριστεί το ζήτημα, κρινόμενη ως ανεπαρκής, ενώ ο τότε υπουργός Εξωτερικών Π. Πιπινέλης αποδέχθηκε τους όρους της Τουρκίας χωρίς καμία προηγουμένως διπλωματική προσπάθεια εξεύρεσης ειρηνευτικής ή άλλης συμβιβαστικής λύσης. Μεταξύ των όρων εκείνων και ο βασικότερος που τέθηκε ήταν η άμεση αποχώρηση της ελληνικής μεραρχίας από την Κύπρο που είχε σταλεί το 1964. Πρωθυπουργός της Τουρκίας ήταν ο Ισμέτ Ινονού και πρόεδρος των ΗΠΑ ο Λίντον Τζόνσον την δε απομάκρυνση της ελληνικής στρατιωτικής δύναμης από την Κύπρο επιζητούσε τότε και ο Αρχιεπίσκοπος και Πρόεδρος της Κύπρου Μακάριος Γ΄ για δικούς του λόγους. Η δε Αμερικανική πρεσβεία στην Αθήνα, υπό τον πρέσβη Φίλιπ Τάλμποτ, πίεζε παράλληλα την ελληνική κυβέρνηση για την άμεση ανάκληση και του στρατηγού Γ. Γρίβα που είχε σταλεί στη Κύπρο από την προ της Χούντας πολιτική κυβέρνηση το 1966, όρος που τελικά και αυτός ικανοποιήθηκε.

Η αποδοχή εκείνη του Π. Πιπινέλη που έγινε χωρίς την προηγούμενη ενημέρωση του Βασιλιά Κωνσταντίνου Β΄, άνοιξε στην ουσία τους ασκούς του Αιόλου αφενός, για άμεση σύγκρουση του Βασιλιά με την Χούντα, (αναμενόμενη από τις αμερικανικές και νατοϊκές υπηρεσίες), η οποία και εκδηλώθηκε 20 ημέρες περίπου αργότερα με το Βασιλικό αντικίνημα του 1967 και αφετέρου την δημιουργία των κατάλληλων συνθηκών που επιζητούσε η κυβέρνηση της Άγκυρας για την σταδιακή προώθηση των θέσεών της επί του Κυπριακού και την τελική εισβολή της στη Κύπρο μετά τη διάλυση της εθνικής φρουράς.

 

1rey6b.

«Η τουρκική κοινότητα είναι θύμα προδοσίας που διέπραξε η τουρκική κυβέρνηση. Οι Τουρκοκύπριοι δεν είναι θύματα της κυπριακής κυβερνήσεως ή των Ελληνοκυπρίων. Όλος ο κόσμος πρέπει να γνωρίζει ότι η διαίρεση υπήρξε επιθυμία και εισήγηση των αποικιοκρατών, την οποία προωθούσαν καταχθόνιες δυνάμεις από το 1957, όταν ο Ζορλού υπέβαλε την ακόλουθη ερώτηση στους Τουρκοκυπρίους εκπροσώπους που τον επισκέφθηκαν:

“Δεν έχετε μερικούς εθελοντές που θα ήσαν έτοιμοι να θυσιαστούν σε συγκρούσεις με τους Ελληνοκυπρίους ώστε να δημιουργηθεί ανωμαλία και να επιβληθεί ντε φάκτο διχοτόμηση;”

Τι ακολούθησε μετά είναι σ’ όλους γνωστό. Βέβαια ο Ζορλού απαγχονίστηκε ως προδότης. Λυπούμαι όμως να παρατηρήσω, ότι όλες οι κυβερνήσεις που ακολούθησαν συνεχίζουν την πολιτική του στο κυπριακό πρόβλημα.

Είναι σ’ όλους γνωστό, ότι ο αρχιτρομοκράτης Ντεντκάς δήλωσε πέρσι [σημ. Ε.Ι.: 1964] στο ραδιόφωνο της Άγκυρας ότι η μετακίνηση των Τουρκοκυπρίων έγινε σκόπιμα για να επιτευχθεί η διχοτόμηση.

[…] Είναι πρόδηλον ότι οι Τούρκοι που ζουν μαζί με τους Έλληνες είναι πιο ασφαλείς από αυτούς που είναι εγκλωβισμένοι με τους συμπατριώτες τους.» (Ιχσάν Αλί στο ΡΙΚ, 28/9/1965, πβ. Αιματηρή Αλήθεια, σ. 116-7)

http://www.youtube.com/watch?v=EmXo2BbMueE

Κ.Κ.Ελλάδος – Κ.Κ.Κύπρου

Posted: Ιουνίου 28, 2014 in Αταξινόμητα
Ετικέτες:

Ενώ το αριστερό ΑΚΕΛ έχει 90 χρόνια ιστορίας και παρουσίας στην Κύπρο ουδέποτε αεπετόλμησε να γράψει την ιστορία του. Το ιστορικό αυτό παράδοξο εξηγείται όμως εύκολα καθως η πολιτική του επί του Κυπριακού έχει άλλαξει πάρα πάρα πολλές φορές. Εφόσον οι ίδιοι δεν γράφουν την ιστορία του θα την γράφουμε εμείς οι αντιπάλοι τους. Πηγή για όσα θα πούμε είναι τα βιβλία «ΑΚΕΛ, το άλλο ΚΚΕ» δημοσιογράφου Σπύρου Παπαγεωργίου και «ΚΚΕ – ΑΚΕΛ» του Φώτη Παπαφώτη.

Για τις σχέσεις ΑΚΕΛ και ΚΚΕ παραθέτουμε τα εξής στοιχεία με κυριότερη πγή το άρθρο»Η ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ»

«Το Κομμουνιστικό Κόμμα Κύπρου (μετέπειτα ΑΚΕΛ [«Ανορθωτικό Κόμμα Εργαζόμενου Λαού»]), βαδίζει πάνω στην ίδια πολιτική γραμμή με το «αδελφό» ΚΚΕ και κατεβαίνει στις εκλογές του 1930 με βασικό σύνθημα την «Αυτόνομη Κύπρο». Αποτυγχάνει παταγωδώς και αναπροσαρμόζει το σύνθημα, χωρίς και πάλι να κάνει λόγο για Ένωση με την Ελλάδα, όταν αυτό ήταν το κοινό εθνικό αίτημα στην Κύπρο: «Για μια ελεύθερη και ανεξάρτητη Κύπρο μέσα στα πλαίσια της Σοβιετικής Σοσιαλιστικής Ομοσπονδίας των Βαλκανίων».

Ο ομφάλιος λώρος των Κύπριων κομμουνιστών -όπως και των «συντρόφων» τους στην Ελλάδα- οδηγεί στο γνωστό σημείο: «Ο λαός μας αγαπά την Σοβιετική Ένωση σαν την μεγάλη του πατρίδα» («Θεωρητικός Δημοκράτης» [έντυπο προσκείμενο στο ΑΚΕΛ], Δεκέμβριος 1952).

Η ανθενωτική πολιτική του ΚΚΚ είναι σαφής και τα μέλη του την ακολουθούν κατά γράμμα: «Την στιγμή κατά την οποία εζητωκραύγαζον ενθουσιωδώς υπέρ του Έθνους και της Ενώσεως, κομμουνισταί τίνες οι οποίοι λίαν πρωί και λάθρα ύψωσαν κομμουνιστική σημαία επί του ιστού του Γυμνασίου (σ.σ.: στην Λεμεσό), ήρχισαν να φωνάζουν «Κάτω η Ελλάς, κάτω η Ένωσις»» («Ελευθερία», 18 Μαρτίου 1931).

Την ανθενωτική πολιτική του ΚΚΚ, θα ενισχύσει το Δεκέμβριο του 1934, το ΚΚΕ με ένα μανιφέστο που εκδίδει η 2η Ολομέλεια της Κεντρικής Επιτροπής και έχει κοινούς αποδέκτες τους Βορειοηπειρώτες (υπό αλβανική κατοχή), τους Δωδεκανήσιους (υπό ιταλική κατοχή) και τους Κύπριους (υπό βρετανική κατοχή), βαπτίζοντας την λαχτάρα για ελευθερία «φαρμάκι του εθνικισμού»: «Βορειοηπειρώτες, Κύπριοι, Δωδεκανήσιοι! Μην σας δηλητηριάζει το φαρμάκι του εθνικισμού! Μη σας τυφλώνει ο υπερπατριωτισμός των Ελλήνων εκμεταλλευτών φίλων των ιμπεριαλιστών της Αγγλίας και της Ιταλίας. Δεν βλέπετε ότι εδώ ο Έλληνας εργάτης και αγρότης δεν περνά καλύτερα από τον εργαζόμενο στην πατρίδα σας;» («Πέντε χρόνια αγώνες 1931-1936», ΚΚΕ, 1945).

Το 1935, το ΚΚΚ θα κάνει έναν τακτικό ελιγμό και θα αναπροσαρμόσει και πάλι το κεντρικό του σύνθημα: «Ένωση της Κύπρου με την δημοκρατική Ελλάδα». Το σύνθημα αυτό, αφ’ ενός έρχεται σε σύμπνοια με το κοινό εθνικό συναίσθημα κι αφ’ ετέρου βάζει έναν αστερίσκο (δημοκρατική=κομμουνιστική) που ικανοποιεί τις αρχές του κόμματος και τους μακροπρόθεσμους στόχους, έστω κι εν μέρει (ένωση μια κομμουνιστικής Κύπρου με μια κομμουνιστική Ελλάδα και στην συνέχεια ενσωμάτωση στην Βαλκανική Κομμουνιστική Ομοσπονδία, πάντα υπό την επίβλεψη της «μάνας» Σοβιετικής Ένωσης).

Το 1945, το ΚΚΚ (που έχει μετονομαστεί από το 1941 σε ΑΚΕΛ), εγκαταλείπει κι αυτό το σύνθημα, καθώς στην Αθήνα, η προσπάθεια κατάληψης της εξουσίας με στρατιωτικά μέσα, τα γνωστά «Δεκεμβριανά», είχε ατυχή έκβαση για το ΚΚΕ. Απομακρύνονταν έτσι το όραμα της κομμουνιστικής Ελλάδος, οπότε δεν υπήρχε λόγος ένωσης. Υιοθετεί την πρόταση των Βρετανών για «αυτοκυβέρνηση», κάτι που απορρίπτει σύσσωμος ο ελληνοκυπριακός κόσμος και η Εθναρχία. Το ΑΚΕΛ συμμετείχε μάλιστα στην «Διασκεπτική», ένα είδος ψευδοβουλής που δημιούργησαν οι Βρετανοί στα πλαίσια της ιδέας της «αυτοκυβέρνησης». Το εγχείρημα αυτό απέτυχε και τον Ιανουάριο του 1949, το ΑΚΕΛ θα αναγκαστεί να παραδεχθεί πως «Το λάθος της αυτοκυβέρνησης από μέρους της λαϊκής εθνικοαπελευθερωτικής παράταξης, προκάλεσε κάποια σύγχυση στον λαό μας και έδωσε μια ανάπαυλα στον βρετανικό ιμπεριαλισμό, που την χρησιμοποίησε κατάλληλα», κάτι που επανέλαβε κι αργότερα, τον Αύγουστο του 1953, μέσα από το έντυπό του, «Νέος Δημοκράτης»: «Το κόμμα ρίχτηκε ξανά στον δρόμο της αυτοκυβέρνησης, έναν συγχυσμένο δρόμο, που το αποξένωσε από τις λαϊκές μάζες και προκάλεσε την καθολική αντίδρασή τους». Το σύνθημα της Ένωσης επανήλθε, όχι όμως χωρίς λόγο. Στην Ελλάδα μαίνονταν ο Εμφύλιος Πόλεμος και το ΑΚΕΛ πίστευε πως θα επικρατούσε ο Δημοκρατικός Στρατός και το ΚΚΕ: «Η νίκη του Δημοκρατικού Στρατού είναι κοντά. Η νίκη αυτή, θα είναι για τον ελληνικό και τον κυπριακό λαό, μια μεγάλη νίκη» («Νέος Δημοκράτης», Ιανουάριος 1949). Με την ήττα του ΚΚΕ, το σύνθημα του ΑΚΕΛ για Ένωση, παίρνει και πάλι έξωση, παρ’ ότι το κόμμα συμμετείχε στο δημοψήφισμα του 1950 για την Ένωση (μια επιλογή μονόδρομος, κάτω από το βάρος της κοινής γνώμης και του λαϊκού συναισθήματος).

Τον Νοέμβριο του 1951, το ΚΚΕ, μέσα από το έντυπό του «Νέος Κόσμος», εκφράζει τη θέση πως οι κομμουνιστές της Κύπρου δεν θα πρέπει να ζητούν ένωση με την Ελλάδα γιατί είναι «μοναρχοφασιστική» και βρίσκεται κι αυτή κάτω από τον «αμερικανοαγγλικό ζυγό». Έτσι, το ΑΚΕΛ, ακολουθώντας την γραμμή αυτή, προσαρμόζει για μία ακόμη φορά το σύνθημά του: «Λεύτερη Κύπρος σε λεύτερη Ελλάδα».

«Ενώ το ΚΚΕ ήταν υπέρμαχο της αυτοδιάθεσης όσων μη ελληνικών πληθυσμών ζούσαν επί ελληνικού εδάφους (Αλβανοτσάμηδες, Σλαβομακεδόνες), στην περίπτωση των ελληνικών πληθυσμών που δεν κατοικούσαν στον ελλαδικό χώρο και είχαν το ίδιο ακριβώς αίτημα και με πολύ ισχυρότερα ιστορικά τεκμήρια, το Κομμουνιστικό Κόμμα δεν επέδειξε την ίδια κατανόηση. Μια κατανόηση, που έστω και προσχηματικά και κάτω από τον μανδύα της κομμουνιστικής ιδεολογίας, είχε επιδείξει κατά το παρελθόν η εβραιοκίνητη Φεντερασιόν για το αίτημα της Κρήτης για Ένωση με την Ελλάδα. Όπως και στις περιπτώσεις των Ελλήνων της Μικράς Ασίας και της Βορείου Ηπείρου, έτσι και στην περίπτωση της Κύπρου, το ΚΚΕ αντιτέθηκε πλήρως στο αίτημα των Κυπρίων για αυτοδιάθεση και ένωση με την Ελλάδα. Το ΚΚΕ, χαρακτηρίζει, μέσω του «Ριζοσπάστη» (18 Νοεμβρίου 1929), τους Κύπριους που αγωνιζόταν για την Ένωση, «τσαρλατάνους» και «εκμεταλλευτές εμποροτοκογλύφους», και καλεί τους Κύπριους αγρότες ν’ αγωνιστούν εναντίον της Ένωσης, την οποία χαρακτηρίζει «ελληνικό ιμπεριαλισμό»…

[…] Ποιοι φωνάζουν σήμερα για την Ένωση; Φωνάζουν όλοι οι εκμεταλλευτές εμποροτοκογλύφοι, πλούσιοι χωριάτες, δεσποτάδες και τα τσιράκια τους ψευτοδημοσιογράφοι. Και φωνάζουν γιατί έχουν οικονομικά συμφέροντα από την Ένωση της Κύπρου με την Ελλάδα. Και φωνάζουν, γιατί με τις φωνές και τον θόρυβο περί την Ένωση, κατορθώνουν ν’ αποσπούν την προσοχή των ληστευομένων απ’ αυτούς χωρικών σε άλλα ζητήματα, γιατί στον αγώνα για την Ένωση κάνουν ενιαίο μέτωπο με τους φτωχούς και μεσαίους χωριάτες, κατορθώνουν να πνίγουν τις ταξικές αντιθέσεις και την ταξική πάλη των εκμεταλλευομένων εναντίον τους. […]

Το ελληνικό κεφάλαιο, ενωμένο μαζί με το κυπριακό κεφάλαιο, εκμεταλλεύονται από κοινού τον Κύπριο αγρότη και εργάτη. Να που βρίσκεται η μια από τις δυο αιτίες που κάνουν τους Λανίτιδες και τους άλλους ενωτικούς τσαρλατάνους να φωνάζουν.

Η φτωχή όμως εργαζόμενη αγροτιά και οι εργάτες της Κύπρου δεν έχουν κανέναν λόγο να ζητάνε την ένωση με την Ελλάδα. Δεν πρόκειται να πετύχουν τίποτε άλλο από την αντικατάσταση της αγγλικής ιμπεριαλιστικής εκμετάλλευσής τους από μια άλλη, την ελληνική. […]

Αγώνας ενάντια στον αγγλικό ιμπεριαλισμό, ενάντια στους ντόπιους εκμεταλλευτές, ενάντια στην Ένωση που είναι νέος ιμπεριαλιστικός ζυγός. Να ποια θα είναι η πολιτική γραμμή που θ’ ακολουθούν η φτωχή εργατιά και οι εργάτες της Κύπρου. […]

Τον Αύγουστο του 1954, κατατίθεται ταυτόχρονα από Ελλάδα και Κύπρο, αίτημα στον ΟΗΕ, για την αναγνώριση του δικαιώματος της αυτοδιάθεσης του κυπριακού λαού. Για την υποστήριξη του αιτήματος, πραγματοποιούνται συλλαλητήρια και απεργιακές κινητοποιήσεις. Το ΚΚΕ θα τοποθετηθεί απέναντι σ’ αυτή την προσφυγή στον ΟΗΕ, καθώς και στις απεργιακές κινητοποιήσεις, και μέσα από εκπομπές του ραδιοφωνικού σταθμού του καλεί τους εργάτες να μην απεργήσουν για τον λόγο αυτό, γιατί «η ανακίνηση του Κυπριακού, γίνεται από την μοναρχοφασιστική κυβέρνηση της Αθήνας, με υπόδειξη των Αμερικάνων, που επιδιώκουν να μειώσουν την αγγλική επιρροή στη Μεσόγειο και γιατί το Κυπριακό θα βρει τη λύση του, μόνο όταν η Ελλάδα απαλλαγεί από την αμερικανοκρατία». Ακολουθώντας κατά πόδας, το ΑΚΕΛ θα συνταχθεί με το ΚΚΕ και θα θέσει ως όρους για την Ένωση, την αποχώρηση της Ελλάδος από το Βαλκανικό Σύμφωνο και το ΝΑΤΟ, και την νομιμοποίηση του ΚΚΕ. Στην Κύπρο θα σημειωθούν θλιβερά περιστατικά, όπως αυτό με τον Κώστα Παρτασίδη, δήμαρχο Λεμεσού του ΑΚΕΛ, που καλούσε μέσα από τα αγγλικά αστυνομικά αυτοκίνητα, τους διαδηλωτές υπέρ της ένωσης, «να διαλυθούν». Το ίδιο συνέβαινε και στην Λευκωσία, όπου μέλη του ΑΚΕΛ, φορώντας περιβραχιόνια των βρετανικών αρχών, καλούσαν με μεγάφωνα τους διαδηλωτές να διαλυθούν και να πάνε στα σπίτια τους.

Την 1η Απριλίου του 1955, ξεσπά η ένοπλη εξέγερση της ΕΟΚΑ (Εθνική Οργάνωσις Κυπρίων Αγωνιστών). Η ΕΟΚΑ είχε την υποστήριξη (ηθική και υλική) τόσο της Ελλάδος, όσο και της Κύπρου, εκτός του ΚΚΕ (και της ΕΔΑ, που ουσιαστικά το εκπροσωπούσε στην ελληνική βουλή) και του ΑΚΕΛ. Την επόμενη ημέρα, το ΑΚΕΛ θα εκδώσει ανακοίνωση μέσω του «Νέου Δημοκράτη»: «Οι δυναμιστικές εκρήξεις, δεν έχουν καμμία σχέση με τον αγώνα του κυπριακού λαού. Είναι ένα ύποπτο παιχνίδι εμπνευσμένο από εχθρούς του λαού, που μόνο ζημιά μπορεί να προκαλέσει στον κυπριακό λαό. Ο λαός να δυναμώση την επαγρύπνησή του στον υπέρτατο βαθμό και να συνεχίση τους αγώνες του κάτω από τη σημαία του ενιαίου πατριωτικού μετώπου, για ν’ απομονώσει πέρα για πέρα τους διασπαστές».

Παρ’ ότι στον ΕΟΚΑ προσχώρησαν και μερικοί Κύπριοι κομμουνιστές, ο Γρίβας με την σύμφωνη γνώμη και του Μακαρίου, είχε αποκλείσει την συμμετοχή του ΑΚΕΛ στην οργάνωση. Ο ίδιος ο Γρίβας άλλωστε είχε ηγηθεί στην Ελλάδα της αντικομμουνιστικής οργάνωσης «Χ» και είχε έναν λόγο παραπάνω να μην βλέπει με καλό μάτι την συμμετοχή των κομμουνιστών στην ΕΟΚΑ. Η αντικομμουνιστική δράση του Γρίβα, πρόσφερε έναν καλό λόγο στον αρχηγό του ΚΚΕ, Νίκο Ζαχαριάδη, ο οποίος με άρθρο του που εκφωνείται μέσα από το ραδιόφωνο του ΚΚΕ, «Ελεύθερη Ελλάδα», που εξέπεμπε απ’ την Βουλγαρία, στις 26 Απριλίου 1955, αφού καταδικάζει την δράση της ΕΟΚΑ, προδίδει και το, μυστικό έως τότε, όνομα του αρχηγού της οργάνωσης, του Γεώργιου Γρίβα:

H κυπροκαπηλεία, μη έχοντας άλλη διέξοδο, το ρίχνει στον τυχοδιωκτισμό, με τα γνωστά πασχαλιάτικα βαρελότα και τις τρακατρούκες. Και λέμε με όλη τη συναίσθηση της ευθύνης, ότι η τελευταία ξιφούλκηση της κυπροκαπηλείας με τις ψευτοένοπλες περιπέτειες, δεν αποτελεί παρά ένα έγκλημα προσχεδιασμένο. Πρέπει να ξεσκεπάσουμε τους εθνοπροδότες, κάτω από όποια μάσκα κι αν παρουσιάζονται, κι έτσι να τους απομονώνουμε. Σήμερα πια που τα πασχαλιάτικα βαρελότα σκάσαν και ο ψευτοδιγενής του Γρίβα ξεσκεπάστηκε, μπορούμε να γίνουμε πιο συγκεκριμένοι. Πρόκειται λοιπόν για τα παρακάτω. Τη δουλειά αυτή τη διευθύνει ο γνωστός αρχηχίτης Γρίβας

Ανάλογα ήταν και τα δημοσιεύματα της κομμουνιστικής εφημερίδος «Αυγή», η οποία ήταν όργανο της ΕΔΑ, με τα οποία τα μέλη της ΕΟΚΑ αποκαλούνταν«νταήδες», «προβοκάτορες», «τυχοδιώκτες», «ψευτοδιγενήδες» κ.ά., που έριξαν «τον κυπριακό λαό στην περιπέτεια των ανατινάξεων και των βομβών»(«Αυγή», 14 Απριλίου 1955).

Το όργανο του ΑΚΕΛ, «Νέος Δημοκράτης», σπεύδει αμέσως να αναδημοσιεύσει την ομιλία του Ζαχαριάδη, και το όνομα του Γρίβα ως αρχηγού της ΕΟΚΑ, γίνεται γνωστό σε όλη την Κύπρο και φυσικά και στους Βρετανούς (που ίσως να είχαν ήδη υπόνοιες και ενδείξεις για την ταυτότητα του «Διγενή»), οι οποίοι εκτίμησαν δεόντως τις υπηρεσίες του ΑΚΕΛ, σε σημείο που το να το επαινεί και το βρετανικό δίκτυο BBC: «Με φυλλάδια του, αντιτίθεται εις την ΕΟΚΑ και ζητεί συνέχισιν της εκεχειρίας και την ειρήνευσιν […] πράγμα που δεικνύει ότι το ΑΚΕΛ έχει συναίσθησιν των επιθυμιών του λαού» (εκπομπή 29ης Αυγούστου 1956).

Το ΑΚΕΛ, καταγγέλθηκε από την ΕΟΚΑ, ως συνεργάτης των Βρετανών (μέλη του ΑΚΕΛ, συνόδευαν τους Άγγλους σε ελέγχους που πραγματοποιούσαν, και κατέδιδαν και ονόματα αγωνιστών της ΕΟΚΑ, ενώ στην καλύτερη περίπτωση «εξέφραζαν την λύπη τους» για τις αγγλικές απώλειες από τις επιχειρήσεις της ΕΟΚΑ), καλλιεργώντας παράλληλα κλίμα ηττοπάθειας και σύμπνοιας με τις θέσεις των Βρετανών. Στελέχη του ΑΚΕΛ, περιόδευαν στο νησί και καλούσαν τον πληθυσμό να ρίξει τα όπλα. Το ΑΚΕΛ καταγγέλθηκε από την ΕΟΚΑ, ότι έφτασε στο σημείο να ζητήσει όπλα απ’ τους Άγγλους για να αντιμετωπίσει ενόπλως την οργάνωση (κάτι που αρνήθηκαν να πράξουν οι Άγγλοι). Σημειώθηκαν φόνοι μελών του ΑΚΕΛ από την ΕΟΚΑ, που παραδέχθηκε μερικούς εξ αυτών, όχι όμως εξ αιτίας των πολιτικών φρονημάτων όπως υποστήριξε το ΑΚΕΛ, αλλά λόγω της προδοτικής στάσης τους. Σ’ αυτό το σημείο θα πρέπει να καταδειχθεί και μια αντιφατική θέση του ΑΚΕΛ: Ενώ έθετε ως όρο -μεταξύ άλλων- για την Ένωση, την αποχώρηση της Ελλάδας απ’ το ΝΑΤΟ, το ίδιο κρατούσε μια στάση, που δεν θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί αρνητική (οι όποιες «διαμαρτυρίες» ήταν κυρίως για εσωτερική κατανάλωση), για την ύπαρξη των βρετανικών βάσεων στην Κύπρο που εξυπηρετούσαν -μερικές εξ αυτών- κι αυτές το ΝΑΤΟ. Ο λόγος ήταν πως στις βάσεις των Βρετανών (που το ΑΚΕΛ αποκαλούσε και «δυνάμεις ασφαλείας») απασχολούνταν ως υπάλληλοι χιλιάδες Ακελικοί, σε συνάρτηση και με το γεγονός των καλών σχέσεων Βρετανών και Ακελικών, οι οποίοι απολάμβαναν μια προνομιακή μεταχείριση (παρ’ ότι τέθηκε κι αυτό εκτός νόμου) στα πλαίσια των διάφορων απαγορεύσεων που είχαν επιβάλλει οι Άγγλοι για να ελέγξουν την κατάσταση και να περιορίσουν την δράση της ΕΟΚΑ. Π.χ. ο αρχηγός του ΑΚΕΛ Εζεκίας Παπαϊωάννου, συνελήφθη, αλλά «δραπέτευσε» και δρούσε εναντίον της ΕΟΚΑ, ενώ λίγο αργότερα κυκλοφορούσε κι έκανε δηλώσεις, ανενόχλητος, στο Λονδίνο· το έντυπο του κόμματος, «Νέος Δημοκράτης» έκλεισε και άνοιξε ξανά μετά από λίγες ημέρες, με άλλο όνομα («Χαραυγή»), αλλά με την ίδια συντακτική ομάδα και τον ίδιο αρχισυντάκτη, τον Τεύκρο Ανθιά, που αποφυλακίστηκε για «λόγους υγείας». Ουσιαστικά, το ΑΚΕΛ χρησιμοποιούνταν απ’ τους Βρετανούς ως αντίβαρο της ΕΟΚΑ και τα όποια εναντίον του μέτρα και «διώξεις», είχαν μάλλον προσχηματικό χαρακτήρα. Εξ άλλου δεν φαινόταν να υπήρχε «γραμμή» κι από την «μάνα» Σοβιετική Ένωση για μια αντιβρετανική στάση.

Τον Μάιο του 1956, το ΑΚΕΛ χρησιμοποιώντας σχεδόν τα ίδια επιχειρήματα των Βρετανών (π.χ. αποκαλεί την ΕΟΚΑ τρομοκρατική οργάνωση, που καταστρέφει τον τόπο), ζητά συνθηκολόγηση και συμβιβασμό, γιατί «ο λαός ζητά ψωμί κι όχι χαβιάρι» (Ιούνιος 1956) και τον Δεκέμβριο του ίδιου έτους, με εξαίρεση δευτερεύουσες ενστάσεις, αποδέχεται το «Σύνταγμα Ράντκλιφ» που έβαλαν στο τραπέζι η Βρετανοί. Το σχέδιο αυτό (που απορρίφθηκε ασυζητητί από Ελλάδα και Μακάριο), παρ’ ότι προβλέπονταν ελληνική αιρετή πλειοψηφία στην Βουλή, ουσιαστικά νομιμοποιούσε την βρετανική κυριαρχία (ο κυβερνήτης θα εξακολουθούσε να είναι Βρετανός, ενώ θα μπορούσε να διορίζει και να παύει τον πρωθυπουργό, καθώς και να διαλύει την Βουλή) και έθετε τις βάσεις για την διχοτόμηση (δίνονταν υπερβολικά προνόμια στην τουρκική μειονότητα, με κυριότερο, αυτό της αυτοδιάθεσης).

Άλλωστε, το ΑΚΕΛ, είχε ήδη ρίξει στο τραπέζι την ιδέα της διχοτόμησης, όταν σε άρθρο του «Νέου Δημοκράτη» (1 Μαΐου 1955), αναφέρονταν χαρακτηριστικά:

Η απελευθέρωση του λαού της Κύπρου δεν μπορεί να είναι πραγματική παρά σαν απελευθέρωση και των Τούρκων. Διεκδικώντας τα δικαίωμα αυτοδιάθεσης μέχρι αποχωρισμού για τους Έλληνες, δεν μπορούν να αρνηθούμε το ίδιο δικαίωμα στην τουρκική μειονότητα. Και η ενότητα στον αγώνα μπορεί να πραγματοποιηθή, μόνον σαν αναγνωρισθή στους Τούρκους το δικαίωμα της εθνικής αυτονομίας τους, ή πολιτικής αυτοδιοίκησής τους…

Η ΕΟΚΑ συνεχίζει τις επιχειρήσεις της, που η εφημερίδα του ΑΚΕΛ, «Χαραυγή», εξακολουθεί να σχολιάζει αρνητικά, γιατί «Καλλιεργείται το έγκλημα εις τα παιδιά και η τάση προς το κακό. Να σώσουμε τη νεολαία από τη διαφθορά και τις αναρχικές τάσεις».

Σε απάντηση των θέσεων και των δημοσιευμάτων του ΑΚΕΛ, η ΕΟΚΑ θα εκδώσει μια προκήρυξη-προειδοποίηση, με τίτλο «Προδότες – Λιποτάκτες – Καιροσκόποι», στην οποία, μεταξύ άλλων, τονίζει:

Πολλές φορές διεκηρύξαμεν ότι δεν κάνουμε ούτε κομματικόν, ούτε ταξικόν αγώνα, αλλά εθνικοαπελευθερωτικόν. Δεν μας ενδιαφέρει η κομματική ιδεολογία του καθενός. Μας ενδιαφέρει μόνο να είναι όλοι πατριώτες και να συνενώσουν μαζί μας τις δυνάμεις τους για να διώξουμε τον δυνάστη πολεμώντας τον με όλα τα όπλα που έχουμε εις την διάθεσίν μας…

Γι’ αυτό κάναμε εθνικό προσκλητήριο όλων ανεξαιρέτως των Κυπρίων Ελλήνων και τότε ακούσαμε το «παρών» από όλους τους αγνούς πατριώτες των πόλεων και των χωριών και ιδία από την αγνή αγροτιά και εργατιά. Έλειπαν μόνο η ηγεσία του ΑΚΕΛ με μερικούς φανατικούς της Αριστεράς, οι οποίοι μόλις βάλαμε την πρώτη δυναμίτιδα στα στρατιωτικά έργα των Άγγλων μας βρίσανε μαζί με τους Άγγλους, ως «βαρελότους και ψευτοδιγενήδες»…

Είναι ανάγκη να γνωρίση ο Ελληνισμός ποιος προδίδει τον αγώνα του κυπριακού λαού. Συνεργαζόμεθα με κάθε έντιμον άτομον ή παράταξιν, αλλά και δεν θα επιτρέψουμε σε κανένα δεξιόν ή άριστερόν να μας προδίδη, γιατί θα τον κτυπήσουμε.

Σε ανταπάντηση το ΑΚΕΛ, κάτω κι από την πίεση της κοινής γνώμης και της υποστήριξης που παρείχε ο κόσμος στην ΕΟΚΑ, θα κάνει έναν πολιτικό ελιγμό, εκδίδοντας μια απόφαση που αποκήρυσσε τις προηγούμενες, εναντίον της ΕΟΚΑ:

[…] Η Κεντρική Επιτροπή υπογραμμίζει ανοικτά ότι στη στάση μας έναντι της ΕΟΚΑ διεπράξαμε μια σειρά λάθη, μερικά από τα οποία αρκετά σοβαρά.

Πρώτα πρώτα από την αρχή υποτιμήσαμε σοβαρά το κίνημα της ΕΟΚΑ, θεωρώντας το σαν κίνημα μερικών δεκάδων φανατικών της δεξιάς, προορισμένο να σβήση σε μερικούς μήνες και δεν μπορέσαμε να παρακολουθήσουμε τις προετοιμασίες που γίνουνταν πάνω από τρία χρόνια.

Δεύτερον, η ανακοίνωση του Πολιτικού Γραφείου του Απρίλη του 1955 ήταν μια πολύ βιαστική και αψυχολόγητη ενέργεια που πρόδιδε σύγχυση και έλλειψη ψυχραιμίας και με τον τρόπο που έπιανε το ζήτημα θεωρητικολογώντας για ατομική τρομοκρατία με αποσπάσματα από τον Λένιν, δεν βοηθούσε καθόλου τες μάζες να δουν σωστά για ποιους λόγους το κόμμα μας διαφωνούσε με την τακτική του ένοπλου αγώνα.

Τρίτον, οι χαρακτηρισμοί που σε ανακοινώσεις και σε άρθρα μας δώσαμε στην ΕΟΚΑ και τους αγωνιστές της, αποκαλώντας τους «ψευτοδιγενήδες», «τραμπούκους», «βαρελόττους», «τρακατρούκες» κ.λπ. ήσαν προκλητικοί και σεχταριστικοί και ενώ δεν εξυπηρετούσαν καθόλου την εθνική μας υπόθεση και την ενότητα του λαού, οπλίζαμε την ΕΟΚΑ και τον μοναρχοφασισμό στην επίθεση τους ενάντια στο κόμμα και το Λαϊκό κίνημα και έριχναν νερό στον μύλο της διάσπασης και του κινδύνου εμφυλίου σπαραγμού…

Θα υπάρξει όμως μια ανακολουθία, ανάμεσα στα λόγια και τις πράξεις, αφού οι καταδόσεις μελών της ΕΟΚΑ από το ΑΚΕΛ, δεν σταμάτησαν, καθώς ίσχυε η εντολή να «αποκαλύπτουν τους μασκοφόρους», που επέφερε αντίποινα από την ΕΟΚΑ.

Σε σχέση, τέλος, με την υποτιθέμενη αντιφασιστική στάση του ΑΚΕΛ, σε σχέση με το πραξικόπημα του 1974 στην Κύπρο, ο Λάζαρος Σκαλιστής, που διατέλεσε μέλος της Κεντρικής Επιτροπής του ΑΚΕΛ, είναι αρκετά γλαφυρός, αναφερόμενος στο θέμα αυτό:

H χούντα απειλούσε τον Μακάριο ότι θα εφαρμόσει πικρά μέτρα εναντίον του εάν δεν δεχτεί τις προτάσεις της σε ζητήματα που είχαν σχέση με την ύπαρξη του κράτους μας, και την λύση που επεδίωκε. Επειδή η κυβέρνησή μας δεν εγίνετο πειθήνιο όργανο της χούντας, με την ενεργό καθοδήγησή της η παρανομία ενέτεινε τη δραστηριότητά της και όλα έδειχναν ότι, μετά τις αποτυχημένες δολοφονικές επιθέσεις εναντίον του Μακαρίου θα έφταναν μέχρι του σημείο να τον ανατρέψουν και ένοπλα με πραξικόπημα.

Tο AKEΛ κατάγγελλε και προειδοποιούσε για το επερχόμενο πραξικόπημα, και ότι ήτο έτοιμο ν’ αγωνιστεί με τον λαό για την αποτροπή του. Αυτό το έκανε για το θεαθήναι, για τα μάτια του κόσμου. στην πραγματικότητα δεν πίστευε ότι θα γίνει πραξικόπημα, εξ ου και δεν πήρε τα ανάλογα μέτρα, ούτε αγωνίστηκε ενάντια στο πραξικόπημα· πιάστηκε στον ύπνο και δεν ήξερε τι έκανε. Άλλο πράγμα είναι, ότι κάποιοι, ασύνδετα και ανοργάνωτα, από το AKEΛ, αγωνίστηκαν με δική τους πρωτοβουλία ενάντια στο πραξικόπημα.

Σε συνεδρίες, τότε, της Κεντρικής Επιτροπής του AKEΛ ο Γ.Γ. του AKEΛ, Παπαϊωάννου, μας διαβεβαίωνε ότι ο Μακάριος ίδρυσε το «Εφεδρικό» για να πολεμήσει την παρανομία, και να προστατέψει το κράτος και ότι και εμείς σαν AKEΛ του δώσαμε κατάλογο από 2.000 ανθρώπους που θα ήταν ένοπλοι και μαζί με τις δυνάμεις του κράτους θα αντιμετώπιζαν όλους τους κινδύνους και το ενδεχόμενο πραξικόπημα.

Καλούσε τότε ο Μακάριος το AKEΛ να δώσει άνδρες, παιδιά, που θα κατατάσσονταν στο «Εφεδρικό» για να υπερασπίσουν τη Δημοκρατία, όπως μας είπε ο Γ.Γ. του AKEΛ, Παπαϊωάννου. Στις συνεδρίες των οργάνων του AKEΛ τονίστηκε ότι πρέπει να δώσουμε το παράδειγμα πρώτοι εμείς, τα στελέχη, στέλνοντας τα παιδιά μας στο «Εφεδρικό». Πρέπει να λεχθεί ότι κανένα από τα μέλη της κεντρικής επιτροπής του AKEΛ, εκτός ενός, δεν έστειλε το γιο του στο «Εφεδρικό». Πιστεύω ότι είναι ζήτημα ηθικής τάξης, και όχι για τίποτε άλλο, εάν πω ότι το μέλος της Κεντρικής του AKEΛ, που έστειλε τον γιο του στο «Εφεδρικό», ήμουν εγώ.

Επανειλημμένα ρωτούσαμε πού είναι ο γιος των Kατσουρίδη, Πέτα, Xρίστου, του Mιχαηλίδη και άλλων στελεχών, που είναι μέλη του πολιτικού γραφείου; Δεν τους έστειλαν στο «Εφεδρικό». Ούτε απαντούσαν. Ενώ σήμερα αυτοί, εννοούμε τα παιδιά τους, βρίσκονται στην καθοδήγηση του AKEΛ και μάλιστα φαίνονται ότι είναι μεγάλοι καθοδηγητές και πατριώτες. Κατηγορούν άλλους, και πραξικοπηματολογούν, ενώ δεν έδειξαν την παραμικρή γενναιότητα ν’ αντισταθούν την ώρα που τους καλούσε η πατρίδα.

 

 

1) Κα Πόπη Χριστοφόρου- μητέρα των διδύμων ναυτών Μίλτου και Χρίστου

2) Μαρία Ιωαννίδου- Σύζυγος του ηρωικού Πλοιάρχου Αντρέα Ιωαννίδη

3) Ηλιάνα Κλεάνθους- Κόρη του αείμνηστου Αρχικελευστή Κλεάνθους Κλεάνθη

4) Κα Κάτια Κλεάνθους- Σύζυγος Αρχικελευστή Κλεάνθους Κλεάνθη

5) Κος Νικόλας Λάμπρου – Θείος Αντιπλοίαρχου Λάμπρου Λάμπρου

6) Κα Μαρία Ηρακλέους – Σύζυγος Επικελευστή Μιχάλη Ηρακλέους

7) Κα Νεκταρία Κωνσταντινίδου – Θεία Πυροσβέστη Βασίλη Κρόκου

8) Μαρία Παπαδόπουλου – Θυγατέρα Αρχιλοχία ΕΜΑΚ Ανδρέα Παπαδόπουλου

9) Μητέρα Πυροσβέστη Βασίλη Κρόκου

12 Σεπτ. 2011 – Λευκωσία

Γεγονότα 1961-1964

Η συμφωνία Ζυρίχης-Λονδίνου δεν σήμανε την επίλυση του Κυπριακού ζητήματος ενώ ή θέση του Μακαρίου ήταν εντελώς αλλοπρόσαλλη: από τη μια ήταν νομικά και διπλωματικά υποχρεωμένος να εργαστεί στα πλαίσια της συμφωνίας σύστασης της Κυπριακής Δημοκράτίας, από την άλλη μιλούσε στον κόσμο για ένωση. Πάντως, για τις προθέσεις του ίδιου του Μακαρίου και κατά πόσο εργαζόταν ή όχι προς την κατεύθυνση της Ένωσης, μετά την ανεξαρτητοποίηση της Κύπρου, δεν μπορεί να υπάρξει βεβαιότητα. Ενώ και μία μεγάλη μερίδα του λαού που εθεωρούσεν τον Μακάριο ως εθνάρχη και προορισμένο να τους οδηγήσει στην Ένωση τον υποστήριζαν μετα μανίας.

Από την άλλη μεριά, οι Τουρκοκύπριοι, ενώ ήταν ικανοποιημένοι με τη διακήρυξη ανεξαρτησίας, δεν πείθονταν για την καλή πίστη του Μακαρίου και των Ελληνοκύπριων υπουργών του. Μία από τις πιθανές αιτίες αυτού του σκεπτικισμού ήταν ότι ο Μακάριος δεν εμπιστεύτηκε ποτέ στον Τουρκοκύπριο αντιπρόεδρό του, Κιουτσούκ. το δίλημμά του ως προς τους οπαδούς της Ένωσης. Αυτή η δυσπιστία οδήγησε σε αδυναμία συνεργασίας των δύο κοινοτήτων και σε στρατιωτικές εντάσεις το 1963. Τον Αύγουστο του 1964, επαναλήφθηκαν οι εχθροπραξίες μεταξύ δυνάμεων των δύο κοινοτήτων και δύο τουρκικά αεριωθούμενα βομβάρδισαν ελληνοκυπριακές θέσεις, προκαλώντας και απώλειες αμάχων. Αντίστοιχα, και οι σχέσεις Ελλάδας Τουρκίας εκτραχύνθηκαν, με αποκορύφωμα τους διωγμούς κατά της ελληνικής κοινότητας της Κωνσταντινούπολης το 1964.

Μετά τα γεγονότα του 1963 οι Τουρκοκύπριοι εγκατέλειψαν τα αξιώματα τους στην Κυπριακή Δημοκρατία και οι υπάλληλοι τις εργασίες τους στον κρατικό μηχανισμό. Η άποψη των Ελληνοκυπρίων είναι ότι εγκατέλειψαν τα πόστα τους, καθοδηγούμενοι από την τουρκική κυβέρνηση, με σκοπό την ίδρυση τουρκικού κράτους στην Κύπρο. Η διχοτόμηση ήταν οπωσδήποτε στόχος ισχυρών κύκλων της Άγκυρας, όπως ο στρατός και το βαθύ κράτος, παρακλάδι του οποίου ήταν η ΤΜΤ στην Kύπρο. Όμως, η τουρκική κυβέρνηση ευνοούσε την εποχή εκείνη την ανασυγκρότηση της Κ. Δ. ως δικοινοτικού κράτους.

Ο Μακάριος, ακολουθώντας ευθύς εξαρχής στρατηγική αναθεώρησης των συμφωνιών, δεν έκανε καμιά αξιολόγηση της διαβάθμισης των διαφορετικών θέσεων και προσεγγίσεων στην τουρκοκυπριακή κοινότητα, πολύ δε περισσότερο στην ίδια την Τουρκία.

Μέσα από αυτή την προσέγγιση δημιουργήθηκαν δύο πόλοι που αντιμάχονταν μεταξύ τους και αλληλοενισχύονταν. Στην ελληνοκυπριακή πλευρά ο Μακάριος είχε τον απόλυτο έλεγχο της κατάστασης και προσπαθούσε να ποδηγετήσει την Αθήνα. Στην απέναντι πλευρά το πάνω χέρι το είχαν οι δυνάμεις που ήταν ενάντια στην ύπαρξη της Κ.Δ. ως ενιαίου δικοινοτικού κράτους, έστω κι αν οι πολιτικές κυβερνήσεις είχαν διαφορετική προσέγγιση.

Εκμεταλλευόμενος ο Μακάριος την νέα κατάσταση που είχε δημιουργηθεί, επιλέγει να καταργήσει όλες τις δομές του κράτους προς όφελος του. Οι Βουλευτικές εκλογές που έπρεπε να γίνουν το 1965 δεν πραγματοποιήθηκαν. Βουλευτές ήταν μόνο όσοι του ήταν αρεστοί. Το ίδο έγινε και με τις προεδρικές εκλογές, (η οποίες έγιναν αλλά ετεροχρονισμένα) και όποιος τόλμησε να υψώσει ανάστημα το πλήρωσε πολύ ακριβά. Η Ελλάδα μετέφερε κρυφά μια μεραρχία στρατού στην Κύπρο για αποφυγή όποιας νέας επίθεσης Τούρκων στον νησί. Η de facto ένωσης είχε πραγματοποιηθεί αλλά το 1967 ο Μακάριος ανατίναξε τα πάντα στον αέρα.

 

Μιχαήλ Χριστοδούλου Μούσκος Μέρος Α

 

1rey6b

 

Ιστορικό σχέσεων με Αθήνα –Προ συμφωνίας Ζυρίχης

Οι σχέσεις του Αρχιεπισκόπου Μακαρίου με την Αθήνα επί του Κυπριακού ζητήματος ξεκίνησαν ουσιαστικά το 1953 όταν εκείνο τον χρόνο επίσημα ανακινήθηκε το θέμα. Από το έτος αυτό πράγματι ο Μακάριος, ζήτησε την αμέριστη συμπαράσταση της Ελλάδας στο αίτημα της αυτοδιάθεσης, που ουσιαστικά σήμαινε την κατόπιν δημοψηφίσματος Ένωση, όπως αυτή είχε προσδιοριστεί από τους μέχρι τότε αγώνες των Ελληνοκυπρίων αλλά και ως ιερή παρακαταθήκη του προκατόχου του Αρχιεπισκόπου Μακαρίου Β΄(Διάγγελμα 8-8-1947)

Ανταποκρινόμενη η Ελλάδα επ΄ αυτού, με τη σύμφωνη πάντα γνώμη του Μακαρίου, προσέφυγε στη συνέχεια πέντε φορές στον ΟΗΕ με μοναδικό αίτημα την αυτοδιάθεση της Κύπρου.

  1. Πρώτη φορά στις 18 Αυγούστου του 1954, επί κυβέρνησης Α. Παπάγου
  2. Δεύτερη φορά τον επόμενο χρόνο στις 22 Ιουλίου του 1955, επίσης επί κυβέρνησης Α. Παπάγου
  3. Τρίτη φορά τον αμέσως επόμενο χρόνο στις 13 Μαρτίου του 1956, επί πρωθυπουργίας Κ. Καραμανλή όπου και ακολούθησε τον ίδιο έτος η επόμενη
  4. Τέταρτη φορά στις 15 Ιουλίου, (1956), επί κυβέρνησης Κ. Καραμανλή και τέλος
  5. Πέμπτη φορά στις 15 Αυγούστου του 1959, επί πρωθυπουργίας επίσης Κ. Καραμανλή, ανήμερα της εορτής της Παναγίας.

Σημειώνεται ότι εκ των παραπάνω οι συζητήσεις που έγιναν το 1956 όπου ο Μακάριος ζήτησε την Ένωση, ο Χάρτινγκ την απέρριψε με συνέπεια αυτές να ναυαγήσουν. Τη δε συζήτηση που ακολούθησε επί του προτεινόμενου τότε «συντάγματος Ράντκλιφ», ο Μακάριος τη διέκοψε με συνέπεια και πάλι να ναυαγήσουν οι διαπραγματεύσεις. Στη στάση αυτή του Μακαρίου συμφώνησε όμως και η τότε ελληνική κυβέρνηση διότι πράγματι το προτεινόμενο εκείνο αποικιακό σύνταγμα τίποτε δεν προέβλεπε περί αυτοδιάθεσης που να οδηγούσε στην Ένωση. Αλλά και στη συνέχεια το προτεινόμενο μετά διετία νέο «σύνταγμα Μακ-Μίλλαν» ούτε και αυτό οδηγούσε σε σαφή αυτοδιάθεση.

Την εποχή εκείνη το κυρίαρχο σύνθημα του Μακαρίου ήταν η λέξη «Ένωσις» με την οποία συμπαρατασσόταν τόσο ο κυπριακός όσο και ο ελληνικός λαός με μεγάλες πορείες και διαδηλώσεις, τόσο στη Λευκωσία όσο και στην Αθήνα, καθώς και σε άλλες πόλεις. Σ΄ αυτή τη θέση, η ελληνική κυβέρνηση δεν έπαψε να του συμπαρίσταται παρότι ερχόταν σε σύγκρουση με σύμμαχες χώρες, την Αγγλία και την Τουρκία, δίνοντας διπλωματικές μάχες κάθε φορά στην έδρα του ΟΗΕ, με συνέπεια να υποχρεούται να προσαρμόζει την εξωτερική της πολιτική με επίκεντρο πάντα, ακριβώς την Ένωση της Κύπρου, χαράσσοντας κοινή γραμμή με τον Μακάριο.

Ο Μακάριος από την αρχή έδειξε τις χαρισματικές του ικανότητες στην ηγεσία της Εκκλησίας. Οι σχέσεις του όμως με τις αρχές του Ηνωμένου Βασιλείου που διοικούσαν την Κύπρο δεν ήταν καθόλου καλές. Όπως και άλλοι Ελληνοκύπριοι ηγέτες της εποχής στο τέλος της δεκαετίας του 1940 και αρχές του 1950, ήταν ένθερμος υποστηρικτής της Ένωσης. Στις 9 Μαρτίου 1956, ο Μακάριος, μαζί με τους, Μητροπολίτη Κυρηνείας Κυπριανό, παπα-Σταύρο Παπαγαθαγγέλου και Πολύκαρπο Ιωαννίδη, εξορίζονται από το αποικιακό καθεστώς στις Σεϋχέλλες, μέχρι τις 17 Απριλίου 1957, οπότε επιστρέφουν στην Αθήνα.

Και ενώ είχε διαμορφωθεί αυτό το κλίμα, αίφνιδιαστικά ο Μακάριος παραιτήθηκε από την Ένωση. Συγκεκριμένα στις 22 Σεπτεμβρίου του 1958 έδωσε συνέντευξη στην Αγγλίδα βουλευτή του Εργατικού Κόμματος, Μπάρμπαρα Κάσλ, προβαίνοντας στην ακόλουθη δήλωση: «Εισηγούμαι όπως μετά από μίαν καθωρισμένην περίοδον αυτοδιακυβερνήσεως η Κύπρος καταστή μία ανεξάρτητος χώρα, μη συνδεομένη με την Ελλάδα ή την Τουρκίαν». Η δήλωση, αυτή έπεσε στην Αθήνα ως «κεραυνός εν αιθρία» – σαφώς αποτελούσε στροφή 180 μοιρών – και όλοι έμειναν κατάπληκτοι, από τον Βασιλιά μέχρι και όλη την αντιπολίτευση. Μάλιστα σημειώνεται ότι ακόμα και ο Γ. Παπανδρέου που ήταν τότε στην αντιπολίτευση, ενώ θα είχε κάθε λόγο να εκμεταλλευτεί το γεγονός και να το χρησιμοποιήσει ως μοχλό ελέγχου και βαρύτατης κριτικής κατά της κυβέρνησης Κ. Καραμανλή, προέβη στην ακόλουθη δήλωση: «Πρόκειται περί εθνικής συμφοράς»!

Τούτο επέφερε μια ιδιαίτερη κρίση όπου ο Βασιλεύς Παύλος προσκάλεσε επειγόντως τον Μακάριο να ενημερώσει απευθείας τους Έλληνες πολιτικούς επί των νέων θέσεών του και των αιτιών που τον ανάγκασαν να προβεί στις δηλώσεις αυτές. Το περίεργο ήταν ότι η τότε κυβέρνηση δεν αντέδρασε. Ο δε τότε τύπος της Αθήνας καυτηρίασε τις δηλώσεις και τη συμπεριφορά του Μακαρίου σχεδόν ως ανάρμοστες τόσο ως Εθνάρχης προς την Ελλάδα, όσο και κατά το σχήμα του, ως ιεράρχης, κάνοντας σχετική μνεία των ηρώων της Κύπρου, αλλά και των όσων είχαν υποστεί οι Έλληνες στην Κωνσταντινούπολη και τη Σμύρνη μόλις τρία χρόνια πριν, ακριβώς εξ αιτίας του Κυπριακού, στα λεγόμενα Σεπτεμβριανά.

Συμφωνίες Ζυρίχης-Λονδίνου

Λίγους μήνες μετά, τον Φεβρουάριο του 1959, συνάφθηκε η επίμαχη συμφωνία της Ζυρίχης, επί των πρωθυπουργών Κωνσταντίνου Καραμανλή και Αντνάν Μεντερές.

αφήνοντας να εννοηθεί ότι δεν θα προσέρχονταν στο Λονδίνο για προσυπογραφήΤην επομένη μετέβαλλε γνώμη και δήλωσει προς την ελληνική κυβέρνηση ότι υιοθετεί τους όρους της συμφωνίας και θα μεταβεί στο Λονδίνοδηλώνοντας ότι δεν θα προσέλθει στη διάσκεψη να προσυπογράψεικαθώς καλλιεργούσε τη δικοινοτική μορφή, δεν συνέβαλλε στη σύγκλιση των της ελληνοκυρπιακής και της τουρκοκυπριακής κοινότητας. Τελικά, οι αλλαγές αυτές δεν έγιναν αποδεκτές και ο Μακάριος υπέγραψε το σχέδιο της συμφωνίας ως είχε (18 Φεβρουαρίου) και επέστρεψε θριαμβευτικά στην Κύπρο στις 1 Μαρτίου 1959.

Όταν έφτασε στη Λευκωσία, βγαίνοντας από το αεροπλάνο, αναφώνησε: «Νενικήκαμεν».
Σημειώνεται ότι αντίστοιχα και ο Κ. Καραμανλής επιστρέφοντας στην Αθήνα δήλωσε: «Ήταν η ευτυχέστερη ημέρα της ζωής μου»

 

1rey6b

Ευαγόρας Α΄

Posted: Ιουνίου 24, 2014 in Αταξινόμητα
Ετικέτες:

Ο Ευαγόρας, (Εὐαγόρας), ήταν Έλληνας βασιλιάς της αρχαίας Σαλαμίνας στην Κύπρο (410 – 374 π.χ.). Η οικογένεια του βασίλευε στη Σαλαμίνα από την εποχή του Τεύκρου ιδρυτή και πρώτου βασιλιά της πόλης, αδελφού του Αίαντα.

Την παιδική του ηλικία, ο Ευαγόρας την πέρασε στην εξορία αφού η οικογένεια του είχε χάσει τον θρόνο. Ευρισκόμενος στους Σόλουςτης Κιλικίας συγκέντρωσε 50 οπαδούς του και κατέλαβε τη Σαλαμίνα σε μία νύχτα διώχνοντας τον φοίνικα βασιλιά της Αυδήμονα. Ενίσχυσε τα τείχη και την άμυνα της πόλης, ακολούθησε αντι-περσική πολιτική και μέχρι το τέλος της βασιλείας του αγωνίστηκε για την ένωση όλων των Κυπριακών βασιλείων. Έκανε συμμαχία με τους Αθηναίους και συνεργάστηκε μαζί τους στη διαμάχη που είχαν με τη Σπάρτη.

Μετά την ήττα των Αθηναίων στους Αιγός ποταμούς ο Αθηναίος ναύαρχος Κόνων κατέφυγε με τον στόλο του στην Σαλαμίνα. Εκεί με την βοήθεια του Ευαγόρα και των Περσών νίκησε τους Σπαρτιάτες στη ναυμαχία της Κνίδου το 394 π.Χ.. Οι Αθηναίοι τίμησαν τον Ευαγόρα για την προσφορά του στήνοντας ανδριάντα στην αγορά της πόλης.

Στατήρας 411 π.Χ. -374

Παρόλο που ο Ευαγόρας και οι Πέρσες συνεργάστηκαν οι μεταξύ τους σχέσεις παρέμεναν τεταμένες. Από το 391 π.Χ. προσπάθησε να ενώσει τις Κυπριακές πόλεις. Πρώτη υπέταξε την Αμαθούντα και με δυσκολία τις υπόλοιπες πόλεις ενώ συνάντησε και την απροθυμία των Αθηναίων να τον βοηθήσουν στέλνοντας τον Χαβρία με μικρή στρατιωτική δύναμη. Το 386 π.Χ. η Αθήνα υπογράφει την Ανταλκίδειο ειρήνη που άφηνε την Κύπρο στους Πέρσες, ο Ευαγόρας δεν πτοείται και, κάνοντας συμμαχία με τους Κίλικες, απελευθερώνει κάποιες πόλεις της Κιλικίας και την Φοινίκης. Το 381 π.Χ. ο στόλος του Ευαγόρα συντρίβεται στη ναυμαχία του Κιτίου και οι μάχες συνεχίζονται στην ξηρά. Ο Ευαγόρας αναγκάζεται να υπογράψει ειρήνη με δυσβάστακτους όρους.

Σύμφωνα με το πανηγυρικό του Ισοκράτη, ο Ευαγόρας ήταν ένα πρότυπο ηγεμόνα, του οποίου στόχος ήταν να προωθήσει την ευημερία του κράτους και των υπηκόων του από την καλλιέργεια του ελληνικού πολιτισμού . Ο Ισοκράτης αναφέρει επίσης ότι πολλοί άνθρωποι μετανάστευσαν από την Ελλάδα προς την Κύπρο. Ο Ευαγόρας έκοψε χρυσά νομίσματα αντικατέστησε το Περσικό νομισματικό σύστημα και έφερε το ελληνικό αλφάβητο αντικαθιστώντας το κυπριακό συλλαβιτάριο.

Πέθανε το 374 π.Χ.: Δολοφονήθηκε μαζί με τον γιο του Πνυταγόρα και τον διαδέχτηκε ο άλλος γιος του Νικοκλής

Γιατί -Χρίστος Ριαλάς
Στίχοι: Σταύρος Μαρεύσης
Μουσική: Νικόλας Μαυρεύσης

Δίδυμα Όνειρα – Ελένη Δήμου
Δύο χρόνια μετά το Μαρί, το συγκλονιστικό τραγούδι για την χαροκαμένη μάνα των διδύμων Μίλτου και Χρήστου Χριστοφόρου

Μαρί -Χρίστος Κατσουνωτός
Στίχοι: Σταύρος Αναστασίου
Μουσική: Λωποδύτες

Κύπρος 11 Ιουλίου 2011
Στίχοι: Ροδής Πίστης

Αφιέρωμα στους 13 Ήρωες στο Μαρί
Στίχοι: Πέτρος Ονησιφόρου