Αρχείο για Οκτώβριος, 2014

Ο Κίμων ανήκε στο μεγάλο γένος των Φιλαϊδών. Πατέρας του ήταν ο Μιλτιάδης, ο νικητής του Μαραθώνα και μητέρα του ήταν η Ηγησιπύλη, πριγκίπισσα από τη Θράκη, κόρη του βασιλέως Ολόρου (από την ίδια οικογένεια καταγόταν και ο ιστορικός Θουκυδίδης). Τα πρώτα χρόνια της ζωής του Κίμωνα υπήρξαν πολύ δύσκολα, αφού ο πατέρας του πεθαίνοντας του άφησε χρέος τεράστιο: το πρόστιμο που του είχε επιβληθεί για την αποτυχημένη εκστρατεία στην Πάρο. Η αδελφή του Κίμωνα, Ελπινίκη, παντρεμένη με τον πάμπλουτο Αθηναίο Καλλία, τακτοποίησε την πληρωμή του προστίμου, παρά τις αντιρρήσεις του αδελφού της, ώστε να μπορέσει αυτός να αναμιχθεί στην πολιτική.

Ο Κίμων ήταν ψηλός με πυκνά σγουρά μαλλιά και ωραίο πρόσωπο. Η μόρφωσή του δεν ήταν σπουδαία, γιατί στα κρίσιμα χρόνια της νεότητός του έχασε τον πατέρα του που θα του έδινε την σωστή κατεύθυνση. Ήξερε ιππασία, ποίηση και έπαιζε λύρα (τυπική εκπαίδευση Αθηναίου γαιοκτήμονα της προπερσικής εποχής). Ήταν συμπαθητικός και ευπροσήγορος και κατείχε καλά την τέχνη να κερδίζει την αγάπη του κόσμου και με τα φυσικά του χαρίσματα, αλλά και με την ηγεμονική του γενναιοδωρία, όταν απέκτησε και πάλι δική του περιουσία. Ο Πλούταρχος μάλιστα αναφέρει ότι γκρέμισε τους φράκτες από τους κήπους του για να παίρνουν φρούτα οι συνδημότες του Λακιάδες κ.α. Γινόταν συμπαθής με τη σεμνότητά του και έπειθε τους πολίτες με τη λογική παρά με την ευφράδεια του. Ήταν θαυμαστής της Σπάρτης και σε όλη του την πολιτική σταδιοδρομία αγωνίσθηκε για να καθιερώσει την ειρηνική συνύπαρξη της Σπάρτης με την Αθήνα.

Ο γάμος του με την Ισοδίκη, την κόρη του Ευρυπτολέμου και εγγονή του Μεγακλή από το γένος των Αλκμεωνιδών, έγινε αφορμή να σταματήσει η διαμάχη που υπήρχε μεταξύ των δύο οικογενειών, με αποτέλεσμα να καρπωθεί ο ίδιος τα οφέλη αυτής της συμφιλιώσεως και σύντομα έγινε ο εκφραστής της αριστοκρατικής παράταξης.

Μετά τα Μηδικά ο Αριστείδης (αριστοκρατικοί) και ο Θεμιστοκλής (δημοκρατικοί) ήταν οι φυσιογνωμίες που θα δέσποζαν στην πολιτική ζωή της Αθήνας, αλλά ο μεν Αριστείδης άφησε την Αθήνα για να επισκεφθεί τους τόπους των μελών της Αθηναϊκής Συμμαχίας, ώστε να καθορίσει τους ανάλογους «φόρους», ο δε Θεμιστοκλής δεν λειτούργησε διόλου κομματικά, αλλά πάσχιζε να υλοποιήσει μεγαλόπνοα σχέδια που ο ίδιος συνελάμβανε, με αποτέλεσμα να δημιουργηθεί μια δυσπιστία στο πρόσωπό του. Όλα ήταν με το μέρος του Κίμωνα ο οποίος εκλεγόταν στρατηγός από το 476 π.Χ. (που διαδέχθηκε τον Αριστείδη στην ηγεσία των αριστοκρατικών) έως το 462 π.Χ. συνεχώς.

Η δράση του Κίμωνα

Ο Κίμων από το 476 π.Χ. τέθηκε επικεφαλής των συμμαχικών δυνάμεων και με αφετηρία το Βυζάντιο ξεκίνησε η πρώτη συμμαχική επιχείρηση: να εκκαθαριστούν τα θρακικά παράλια από τις Περσικές φρουρές. Πρώτα πολιορκήθηκε η Ηιόνα επιτυχώς και στη συνέχεια ο Δορίσκος, ο οποίος άντεξε (για εκείνη τη χρονιά τουλάχιστον). Με αυτή την εκστρατεία οι Αθηναίοι έκαναν το πρώτο βήμα στη Θράκη, η οποία ήταν πλούσια σε ξυλεία, ενώ υπήρχαν επίσης μεταλλεία χρυσού και αργύρου.

Το 475, η Σκύρος, σημαντικότατο σημείο ελέγχου διακίνησης πλοίων στο Αιγαίο, παραδόθηκε στη συμμαχία, επειδή οι Δόλοπες, οι οποίοι την είχαν καταλάβει κι επιδίδονταν στην πειρατεία, καταδικάστηκαν από τη Δελφική Αμφικτυονία σε αποζημίωση που δεν μπορούσαν να καταβάλουν. Ο Κίμων, για να εξασφαλίσει την κατοχή της, έδιωξε τους Δόλοπες και εγκατέστησε Αθηναίους κληρούχους. Ο Κίμων εκπλήρωσε το δελφικό χρησμό, σύμφωνα με τον οποίο τα οστά του Θησέα έπρεπε να μεταφερθούν από τους Αθηναίους από τη Σκύρο στην Αθήνα[4]. Σύμφωνα με το μύθο, Ο Κίμωνας παρατήρησε έναν αετό να χτυπάει με το ράμφος και να σκάβει με τα νύχια του σε ένα συγκεκριμένο σημείο, όπου έσκαψαν και βρήκαν τα οστά του Θησέα δίπλα στα όπλα του[5]. Ο Πλούταρχος αναφέρει ότι ο Κίμων λέγεται ότι αναγνώρισε τα οστά του Θησέα από το μεγάλο τους μέγεθος [6]. Με μεγάλες τιμές μεταφέρθηκαν στην Αθήνα, όπου για τη στέγασή τους ιδρύθηκε το Θησείον λίγες εκατοντάδες μέτρα ανατολικά της Αγοράς.

Το 474472 π.Χ. η Κάρυστος, η μόνη πόλη της Εύβοιας που δεν άνηκε στην Αθηναϊκή συμμαχία, πολιορκήθηκε. Οι κάτοικοί της, οι Δρύοπες, αντιστάθηκαν γενναία, αλλά στο τέλος συνθηκολόγησαν και έγιναν αναγκαστικά μέλος της συμμαχίας. Η Κάρυστος είχε και αυτή σπουδαία θέση για τον έλεγχο της ναυσιπλοΐας στο Αιγαίο και δεδομένου ότι υπερίσχυε το αριστοκρατικό κόμμα που είχε προτιμήσει φιλοπερσική πολιτική στο παρελθόν, ήταν δύσκολο να δεχθεί η Συμμαχία την ουδετερότητά της, ενώ δεν είχε εκλείψει ο Περσικός κίνδυνος.

Το 469 π.Χ. εμφανίσθηκε η πρώτη δυσαρέσκεια μέλους της συμμαχίας. Η Νάξος, το ισχυρότερο νησί των Κυκλάδων, αποστάτησε. Οι λόγοι είναι άγνωστοι ως τώρα. Η Νάξος είχε, όπως και η Κάρυστος, δυνατό αριστοκρατικό κόμμα το οποίο οι Αθηναίοι δεν εμπιστεύονταν. Επίσης είχε παραβιαστεί ο όρκος της συμμαχίας και υπήρχε κίνδυνος ρήγματος της συμμαχίας. Ο Κίμων λοιπόν έδρασε σαν «αστυνόμος» της συμμαχίας, η Νάξος πολιορκήθηκε, συνθηκολόγησε και υποχρεώθηκε να περάσει στην τάξη των υποτελών συμμάχων, με βαρύτερο «φόρο».

Ύστερα από μία περίοδο αδράνειας της Αθηναϊκής Συμμαχίας, καθώς η μόνη ενέργεια κατά των Περσών ήταν η εκστρατεία της Θράκης ενώ ο «φόρος» πληρωνόταν κανονικά, το 468 π.Χ. οι Πέρσες ξεκίνησαν να συγκεντρώνουν στρατό και στόλο στην Παμφυλία με προφανή σκοπό να κινηθούν προς τη Μικρά Ασία και το Αιγαίο. Ο Κίμων ορίστηκε αρχηγός της εκστρατείας με 300 συμμαχικές τριήρεις (200 Αθηναϊκές) και 5.000 οπλίτες. Στις εκβολές του ποταμού Ευρυμέδοντα, μετά από τις συμπλοκές σε ξηρά και θάλασσα, οι Περσικές δυνάμεις διαλύθηκαν (βλέπε Ευρυμέδοντας). Η νίκη αυτή απογείωσε το κύρος της συμμαχίας, και είχε ως αποτέλεσμα κάθε πόλη της Ιωνίας, της Καρίας και της Λυκίας, να προσχωρεί στην συμμαχία για να διατηρήσει την ανεξαρτησία της.

Το 465 π.Χ., οι Αθηναίοι αποφάσισαν να στείλουν 10.000 αποίκους, Αθηναίους και σύμμαχους, στη Θράκη στις Εννέα Οδούς (αργότερα Αμφίπολη), προκειμένου να αρχίσουν την εκμετάλλευση των πλουτοπαραγωγικών πηγών της Θράκης. Η Θάσος, ένα από τα ισχυρά μέλη της συμμαχίας, βλέποντας τα συμφέροντά της να απειλούνται, αποστάτησε. Ο Κίμων για άλλη μια φορά επέβαλε την τάξη μετά από τριετή πολιορκία. Η Θάσος τιμωρήθηκε βαρύτατα. Ταυτόχρονα οι άποικοι των Εννέα Οδών προχώρησαν προς την ενδοχώρα για να εδραιωθούν κοντά στα μεταλλεία χρυσού. Όταν βρέθηκαν στο Δράβησκο της Ηδωνικής (κοντά στη Δράμα), δέχθηκαν επίθεση από της τοπικές θρακικές φυλές, με αποτέλεσμα να σφαγιασθούν κυριολεκτικά.

Κατά την τελευταία απουσία του Κίμωνα, οι δημοκρατικοί στην Αθήνα δραστηριοποιήθηκαν, εκμεταλλευόμενοι τη δυσφορία των Αθηναίων από τη φοβερή καταστροφή στο Δράβησκο και τον κατηγόρησαν για δωροδοκία. Ένας από τούς κατήγορους ήταν και ο Περικλής. Υποστήριξαν ότι ενώ έπρεπε μετά την παράδοση της Θάσου να εισβάλει στη Μακεδονία, καθώς είχε και εκεί μεταλλεία, αυτός πήρε δώρο από το βασιλιά της Μακεδονίας Αλέξανδρο. Όταν κλήθηκε να λογοδοτήσει, αμύνθηκε με επιτυχία και απαλλάχθηκε των κατηγοριών.

Το 462 π.Χ., η Σπάρτη ζήτησε τη βοήθεια των Αθηναίων, αφού η εξέγερση των ειλώτων την είχε φέρει σε πολύ δύσκολη θέση. Η δημοκρατική παράταξη, η οποία είχε ανακτήσει τη δύναμή της, με αρχηγό τον Εφιάλτη πρότεινε να αφεθεί η Σπάρτη στην κακή της τύχη, όμως οι Αθηναίοι μεταπείστηκαν από τον Κίμωνα να στείλουν στρατό να τη βοηθήσουν. Η είδηση της άφιξης 4.000 Αθηναίων οπλιτών με επικεφαλής τον Κίμωνα ανησύχησε τους Σπαρτιάτες, οι οποίοι με το πρόσχημα ότι δεν τους χρειάζονταν πια, τους έδιωξαν. Αυτή η προσβολή καταλογίστηκε στον Κίμωνα, ο οποίος τον επόμενο χρόνο εξοστρακίστηκε. Ύστερα λύθηκε και η Ελληνική Συμμαχία του 481 π.Χ..

Η εκστρατεία των Αθηναίων και των συμμάχων τους στην Αίγυπτο (460454 π.Χ.), ως βοήθεια προς τους εξεγερμένους Αιγυπτίους κατά των Περσών, κατέληξε σε μεγάλου μεγέθους καταστροφή (20.000 άνδρες και 100 πλοία). Παράλληλα με τη λύση της Ελληνικής Συμμαχίας είχαν αρχίσει εχθροπραξίες μεταξύ Αθήνας και Πελοποννησίων. Οι Αθηναίοι τότε, με πρωτοβουλία του Περικλή, αποφάσισαν να ανακαλέσουν τον Κίμωνα, με την προϋπόθεση να μην εμπλακεί στα εσωτερικά της πόλης, και του ανέθεσαν να κλείσει το μέτωπο με τη Σπάρτη. Πράγματι ο Κίμων, που ήταν αγαπητός στους Σπαρτιάτες, κατάφερε να συνάψει πενταετείς σπονδές.

Το 450 π.Χ. ο Κίμων έπλευσε στην Κύπρο, με 200 τουλάχιστον συμμαχικές τριήρεις, για να εκδιώξει τους Πέρσες και να αποκαταστήσει την Αθηναϊκή κυριαρχία στην ανατολική Μεσόγειο. Στην Κύπρο πολιόρκησε το Μάριον και το Κίτιον. Εικάζεται πως το Μάριον κυριεύτηκε, όμως η πολιορκία του Κιτίου τραβούσε σε μάκρος, και επιπλέον οι αμυνόμενοι είχαν στις επάλξεις τους τοξότες, που προκαλούσαν φθορά στους πολιορκητές. Οι πολιορκητές υπέφεραν και από έλλειψη εφοδίων. Στο Κίτιον ο Κίμων άφησε την τελευταία του πνοή, είτε από τραύμα είτε από αρρώστια είτε από πείνα. Πριν πεθάνει έδωσε εντολή να λυθεί η πολιορκία και να επιστρέψουν στην Αθήνα, χωρίς να γνωστοποιήσουν το θάνατό του: επί 30 ημέρες όλοι νόμιζαν ότι στρατηγούσε ο Κίμων. Κατά την επιστροφή, έγινε ναυμαχία και πεζομαχία στη Σαλαμίνα της Κύπρου, όπου οι Αθηναίοι νίκησαν (μεταθανάτια αμοιβή του Κίμωνα – από τη νίκη αυτή έμεινε η φράση «και νεκρός ενίκα»). Η σορός του επιστράφηκε στη πόλη των Αθηνών και τάφηκε με μεγάλες τιμές στις Μελίτιδες Πύλες.

kimom

(Μέρος Α΄)

(Μέρος B΄)

Ο Ιρλανδικός Δημοκρατικός Στρατός (ιρλανδικά: Óglaigh na hÉireann, αγγλικά: Irish Republican Army, IRA, μεταγραφή στα ελληνικά: ΙΡΑ) ήταν ανεπίσημη ένοπλη στρατιωτική οργάνωση που έδρευε στην Ιρλανδία και είχε ως αρχικό στόχο την πλήρη ανεξαρτητοποίηση (οικονομική και διοικητική) αυτής από τη Μεγάλη Βρετανία[1] και την ίση μεταχείριση προτεσταντών και καθολικών και, στη συνέχεια, την προσκόλληση της Βορείου Ιρλανδίας, στη Δημοκρατία της Ιρλανδίας.

Ιρλανδικός Δημοκρατικός Στρατός
Συμμετείχε στον Πόλεμο Ανεξαρτησίας της Ιρλανδίας
Ενεργό 1917–1922
Δύναμη 100.000 εγγεγραμμένοι από το 1918, 15.000 μάχιμοι (μέγιστη ισχύ, καθώς και πρώτη γραμμή και προσωπικό υποστήριξης), από τους οποίους 3.000 υπηρέτησαν ως μαχητές οποτεδήποτε
Αρχηγείο Δουβλίνο
Περιοχή Ιρλανδία
Προήλθε από Ιρλανδούς Εθελοντές
Εξελίχθηκε σε Χωρίστηκε σε Ιρλανδικό Δημοκρατικό Στρατό Υπέρ-Συνθήκης και Ιρλανδικό Δημοκρατικό Στρατό αντί-συνθήκης
Αντίπαλοι Ηνωμένο Βασίλειο
Ηγέτες Στρατιωτικό Συμβούλιο του ΙΡΑ

Ιστορία

Ίδρυση

Ο ΙΡΑ ιδρύθηκε τον Ιανουάριο του 1919, διαδεχόμενος την ένοπλη οργάνωση Ιρλανδοί Εθελοντές (Irish Volunteers), η οποία είχε ιδρυθεί το 1913. Πολλά από τα τότε μέλη της ήταν -ταυτόχρονα- και μέλη του Ιρλανδικού Εθνικιστικού Κόμματος, Σιν Φέιν (Sinn Féin). Παρά την εμπλοκή των εθνικιστών, ο ΙΡΑ δρούσε ανεξάρτητα από το κόμμα και σπάνια είχε πολιτική επιρροή.

Πόλεμος Ανεξαρτησίας και εμφύλιος

Κατά τον Πόλεμο της Ανεξαρτησίας (19191921), ο ΙΡΑ εφήρμοσε τακτικές ανταρτοπολέμου, στήνοντας ενέδρες, κάνοντας επιδρομές και προκαλώντας δολιοφθορές, με ομάδες των 15 έως 30 μελών. Την 21η Νοεμβρίου του 1920, μέλη του ΙΡΑ δολοφόνησαν δεκατέσσερις Βρετανούς πράκτορες και Ιρλανδούς συνεργάτες τους, στο Δουβλίνο. Οι Βρετανοί απάντησαν ανοίγοντας πυρ ενάντια σε πλήθος που παρακολουθούσε ποδοσφαιρικό αγώνα σκοτώντας δεκαπέντε άτομα, ενώ άλλοι τρεις Ιρλανδοί πολιτικοί κρατούμενοι βρέθηκαν νεκροί στο Κάστρο του Δουβλίνου, το οποίο, εκείνη την περίοδο, χρησιμοποιείτο ως φυλακή. Η ημέρα αυτή έμεινε στην ιστορία ως «Ματωμένη Κυριακή» (Bloody Sunday), καθώς βρήκαν το θάνατο συνολικά 32 άνθρωποι. Οι επιτυχίες του ανταρτοπολέμου του Ιρλανδικού Δημοκρατικού Στρατού ανάγκασαν τη βρετανική κυβέρνηση να προχωρήσει σε πολιτική ρύθμιση, η οποία προέβλεπε τη δημιουργία ιρλανδικού κράτους, υπό τη μορφή κτήσης. Παρά την υποχώρηση των Βρετανών, ένα μεγάλο μέρος των μελών της οργάνωσης θεώρησε τους όρους απαράδεκτους. Αυτό δίχασε τα μέλη και τα χώρισε σε δύο στρατόπεδα: το μεν πρώτο, το οποίο υποστήριζε την σύναψη ειρήνης με τους Βρετανούς και το δεύτερο, το οποίο θεωρούσε ότι, η συμφωνία έπρεπε να γίνει μόνο με ευνοϊκότερους όρους και πως, σε διαφορετική περίπτωση, ο ένοπλος αγώνας έπρεπε να συνεχιστεί. Η πρώτη παράταξη δημιούργησε τον επίσημο τακτικό στρατό του Ελεύθερου Ιρλανδικού Κράτους (Irish Free State Army) και η δεύτερη παράταξη, η οποία ξεκίνησε να ετοιμάζει ένοπλη αντίσταση ενάντια στην ανεξάρτητη κυβέρνηση ίδρυσε το «Στρατό των Ατάκτων«, καθώς τα μέλη της είχαν ονομαστεί «Άτακτοι» (The Irregulars). Ακολούθησε εμφύλιος πόλεμος, με σφοδρές συγκρούσεις (19221923), ο οποίος έληξε μετά από συνθηκολόγηση του Στρατού των Ατάκτων και επικράτηση του τακτικού κρατικού στρατού. Ωστόσο, παρά την ήττα τους οι Άτακτοι δεν παρέδωσαν τα όπλα, ούτε διαλύθηκαν ως οργάνωση, επιδιώκοντας να πραγματοποιήσουν το όραμά τους για μια ενιαία και δημοκρατική Ιρλανδία, το οποίο θα επέβαλλαν ακόμη και με τη βία.

Μετά τον εμφύλιο

Το 1931, η οργάνωση κηρύχθηκε παράνομη από την κυβέρνηση της Ιρλανδίας, καθώς διαρκώς στρατολογούσε νέα μέλη, τα οποία εκπαιδεύονταν και εκγυμνάζονταν στους κόλπους αυτής και δημιουργούσαν αρκετές φορές επεισόδια. Το 1936, ο ΙΡΑ κηρύχθηκε παράνομος για δεύτερη φορά. Το 1939, πραγματοποίησε μια σειρά βοβμιστικών επιθέσεων επί αγγλικού εδάφους, με αποτέλεσμα η ιρλανδική Βουλή των Αντιπροσώπων (Ντάιλ Έιριν) να αποφασίσει να λάβει ακόμα σκληρότερα μέτρα ενάντια στην οργάνωση, συμπεριλαμβανομένης της κράτησης χωρίς δίκη. Κατά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, τα μέλη του ΙΡΑ προκαλούσαν πολλά προβλήματα στην κυβέρνηση του κράτους, η οποία εκτέλεσε πέντε ηγετικά και φυλάκισε πολλά άλλα στελέχη της οργάνωσης.

Ανεξαρτησία της Ιρλανδίας, νέοι διχασμοί, Πρόβος και «Πραγματικός ΙΡΑ»

Τον Δεκέμβριο του 1948, η Ιρλανδία μετατράπηκε σε ανεξάρτητη δημοκρατία, αποχωρώντας από τη Βρετανική Κοινοπολιτεία. Αφού, λοιπόν, η Ιρλανδία δεν αποτελούσε πια κτήση της Μεγάλης Βρετανίας και είχε γίνει ανεξάρτητο κράτος, οι βλέψεις της οργάνωσης στράφηκαν στο μικρό κομμάτι του νησιού, στα βορειοανατολικά, το οποίο είχε παραμείνει στο Ηνωμένο Βασίλειο. Κατά τις δεκαετίες του ’50 και του ’60, υπήρξαν κάποιες ενέργειες στη Βόρεια Ιρλανδία, από πλευράς ΙΡΑ, όμως, δεν υπήρξε ανταπρόκριση από τους Ιρλανδούς της περιοχής. Στα τέλη της δεκαετίας του ’60, οι ρωμαιοκαθολικοί του Ώλστερ, ξεκίνησαν διαδηλώσεις ενάντια των διακρίσεων στο δικαίωμα ψήφου, στη στέγαση και στην απασχόληση, με τον Ιρλανδικό Δημοκρατικό Στρατό να τούς στηρίζει ενεργά. Aυτή η ενέργεια επανέφερε το διχασμό στις τάξεις του ΙΡΑ (η κύρια διαφωνία ήταν ο βαθμός χρήσης βίας στις διαδηλώσεις), με αποτέλεσμα τα μέλη του να χωριστούν εκ νέου σε δύο παρατάξεις, έπειτα από συνέδριο του Σιν Φέιν, το 1969: την λεγόμενη «επίσημη» (official) και την λεγόμενη «προσωρινή» (provisional). Τα μέλη της προσωρινής πτέρυγας (ΠρόβοςProvos) τάχθηκαν υπέρ της τρομοκρατίας, καθώς αποτελούσαν, κυρίως, τα νεαρότερα ηλικιακά και μαχητικότερα μέλη της οργάνωσης. Στις αρχές της δεκαετίας του ’70, οι Πρόβος εξαπέλυσαν πολλές τρομοκρατικές επιθέσεις, οι οποίες κόστισαν τη ζωή σε πολλούς Βρετανούς στρατιωτικούς και πολίτες, ενώ άφησαν πίσω τους και αρκετούς τραυματίες. Μεταξύ 1973 και 1975, η δράση των Πρόβος μειώθηκε, όμως, στο επόμενο διάστημα, η «προσωρινή» πτέρυγα του ΙΡΑ ξεκίνησε, και πάλι, τις βομβιστικές επιθέσεις, για να τραβήξει την προσοχή της κοινής γνώμης. Στις 20 Ιουλίου του 1981, εξερράγη μια βόμβα του ΙΡΑ στο Χάυντ Παρκ του Λονδίνου, η οποία σκότωσε τρεις άνδρες της έφιππης βασιλικής φρουράς και τραυμάτισε άλλους 23 ανθρώπους. Σχεδόν ταυτόχρονα, μια δεύτερη βόμβα του ΙΡΑ εξερράγη, η οποία σκότωσε έξι μέλη της στρατιωτικής φιλαρμονικής. Τον Δεκέμβριο του ίδιου έτους, μια παραφυάδα του ΙΡΑ, ο Ιρλανδικός Εθνικός Απελευθερωτικός Στρατός (Irish National Liberation Army) ανέλαβε την ευθύνη για την βόμβα που εξερράγη σε μπαρ, στη Βόρειο Ιρλανδία, και σκότωσε 11 Βρετανούς στρατιώτες. Στις 4 Φεβρουαρίου του 1974, βόμβα του ΙΡΑ εξερράγη στο Γκραν Οτέλ του Μπράιτον, στο οποίο διέμεναν μέλη της τότε κυβέρνησης του Συντηρητικού Κόμματος, συμπεριλαμβανομένης της πρωθυπουργού Μάργκαρετ Θάτσερ, προκαλώντας τεράστιες υλικές ζημιές, οδηγώντας στο θάνατο πέντε ανθρώπους και τραυματίζοντας, παράλληλα, πολλούς ακόμα. Ανάμεσα στους τραυματίες ήταν και ο υπουργός Εμπορίου και Βιομηχανίας, Νόρμαν Τέμπιτ.[1] Το 1990, υπήρξε νέος διχασμός στις τάξεις του ΙΡΑ, από τον οποίο προέκυψε ο «Πραγματικός ΙΡΑ» (Real IRA), ο οποίος αποτελείτο, κυρίως, από τα περισσότερο σκληροπυρηνικά μέλη της οργάνωσης. Στον Πραγματικό IRA αποδίδονται οι ευθύνες για τη βομβιστική επίθεση στο Όμα, το 1998 και στο Λονδίνο, το 2001.

Πολιτικοποίηση της οργάνωσης και κατάπαυση του πυρός

Μετά από απεργίες πείνας, το 1981, οι οποίες κόστισαν τη ζωή σε δέκα Ρεπουμπλικανούς, οι οκτώ εκ των οποίων ήταν μέλη του ΙΡΑ, οι ηγέτες του Σιν Φέιν, Τζέρρυ Άνταμς και Μάρτιν ΜακΓκίνες προσπάθησαν να πολιτικοποιήσουν την οργάνωση, έχοντας απώτερο σκοπό τα μέλη της να μπορούν να μετέχουν σε πολιτικές συζητήσεις, κάτι το οποίο κατάφεραν σε συνεργασία με τον ηγέτη του Σοσιαλδημοκρατικού και Εργατικού Κόμματος, Τζων Χιουμ, τον Αύγουστο του 1994, οπότε και ο ΙΡΑ κήρυξε «πλήρη κατάπαυση οποιασδήποτε στρατιωτικής δράσης«. Δύο μήνες μετά, την παύση του πυρός από πλευράς τους, κήρυξαν και οι ενωτικοί προτεστάντες παραστρατιωτικοί. Ωστόσο, οι υποσχέσεις για εκπροσώπηση σε πολυμερείς συζητήσεις προς το Σιν Φέιν και τα πρώην μέλη του ΙΡΑ δεν τηρήθηκαν, λόγω της απαίτησης των ενωτικών για πλήρη αφοπλισμό του ΙΡΑ, με αντάλλαγμα το δικαίωμα συμμετοχής του Σιν Φέιν σε αυτές. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα μια νέα βομβμιστική επίθεση από τον ΙΡΑ στο Ντόκλαντς του Λονδίνου, η οποία σκότωσε δύο ανθρώπους. Τον Ιούλιο του 1997, τα μέλη του ΙΡΑ κήρυξαν εκ νέου κατάπαυση του πυρός, δεχόμενα τους όρους του αφοπλισμού και ορκιζόμενα να τηρήσουν τις αρχές της μη βίας. Έτσι, δύο μήνες μετά, τούς επιτράπηκε η συμμετοχή σε πολιτκές συζητήσεις. Τον Απρίλιο του 1998, υπογράφηκε η Συμφωνία της Μεγάλης Παρασκευής, σύμφωνα με την οποία θα προέκυπτε νέα κυβέρνηση στη Βόρεια Ιρλανδία, μέσω μιας ημιαυτόνομης εθνοσυνέλευσης, στην οποία θα συμμετείχαν κόμματα και προτεσταντών και καθολικών και ο Ιρλανδικός Δημοκρατικός Στρατός θα αφοπλιζόταν πλήρως. Ωστόσο, η Εθνοσυνέλευση διαλύθηκε, λόγω αλληλοκατηγοριών. Οι Ιρλανδοί ρεπουμπλικανοί συμφώνησαν, τελικά, με την παραμονή της Βορείου Ιρλανδίας στο Ηνωμένο Βασίλειο, για όσο το επιθυμούσε η πλειοψηφία των κατοίκων της, αλλά τα μέλη του ΙΡΑ αρνήθηκαν να αχρηστεύσουν το σύνολο του οπλοστασίου της οργάνωσης. Το Δεκέμβριο του 2004, τα ηγετικά μέλη του ΙΡΑ πρότειναν την ολοκλήρωση του αφοπλισμού τους, όμως οι προτεστάντες απαίτησαν φωτογραφική τεκμηρίωση, κάτι που δεν έγινε δεκτό από την οργάνωση, η οποία έκανε λόγο για «απαράδεκτο εξευτελισμό«. Στα τελευταία χρόνια δράσης του, ο Ιρλανδικός Δημοκρατικός Στρατός έτεινε να μετατραπεί σε μια αποκλειστικά εγκληματική οργάνωση, ιδιαίτερα μετά τη ληστεία της τράπεζας Northern Bank, το Δεκέμβριο του 2004, στο Μπέλφαστ και τη δολοφονία του ρωμαιοκαθολικού Ρόμπερτ ΜακΚάρτνυ, τον Ιανουάριο του 2005, επίσης στο Μπέλφαστ. Στις 28 Ιουλίου του 2005, ο Ιρλανδικός Δημοκρατικός Στρατός κήρυξε τον τερματισμό οποιασδήποτε ένοπλης ενέργειας και ανακοίνωσε πως, στο μέλλον, θα προσπαθούσε να επιτύχει τους στόχους του μόνο με ειρηνικά μέσα

Από τις ευγενέστερες μορφές της Κύπρου, αγαπήθηκε και εκτιμήθηκε ακόμα και από τους πολιτικούς του αντιπάλους, οι οποίοι αναγνώρισαν τη μεγαλοσύνη του. Ο Χριστόδουλος Σώζος κατά τον ιστορικό Π. Παπαπολυβίου « ήταν η σημαντικότερη πολιτική φυσιογνωμία της εποχής του. Πρακτικός και πραγματιστής πολιτευτής, εργατικός και προοδευτικός δήμαρχος, ξεχώριζε γιατί ήταν από τους λίγους Κύπριους πολιτικούς των έργων και όχι των λόγων».Όμως  η σημαντικότερη πράξη της ζωής  του και αυτή που τον ξεχώρισε  από τους υπόλοιπους και τον πέρασε στην αθανασία ήταν η απόφαση του να καταταγεί εθελοντής και μάλιστα ως απλός στρατιώτης για να πολεμήσει στους βαλκανικούς πολέμους του 1912-13 μαζί με εκατοντάδες άλλους λεμεσιανούς νέους, δίδοντας το παράδειγμα ως πρώτος δημότης της πόλης του!

Γεννήθηκε στη Λεμεσό. Ο πατέρας του ήταν ο Σώζος Λοϊζου, ο οποίος πολέμησε ως εθελοντής στην Κρήτη το 1866 και του οποίου ο πατέρας Αντώνης Ιακώβου Λοϊζου, νεαρός μετέβη στην Ελλάδα και υπηρέτησε υπό τον Φαβιέρο, κατά δε τη μάχη της ακρόπολης πληγώθηκε στο χέρι.

Σπούδασε στο Πανεπιστήμιο Αθηνών νομικά (1888-1892). Όταν επέστρεψε στην Κύπρο εργάστηκε ως δικηγόρος στην Κερύνεια (1892-1894), κατόπιν στο Κτήμα (1894-1898) και από το 1898 και εξής συνεχώς στη Λεμεσό μέχρι το θάνατο του. Ως φοιτητής ήταν συνεργάτης της Ακροπόλεως Αθηνών και από εκεί έστελλε ανταποκρίσεις στην εφημερίδα Ένωσις της Λάρνακας.

Ήταν μέλος του Νομοθετικού Συμβουλίου (1901-1906, 1907-1911). Μελετούσε τη βρετανική νομοθεσία και τη σύγχρονη ιστορία της Αγγλίας, καταφέρνοντας έτσι να φέρνει σε δύσκολη θέση την αποικιακή κυβέρνηση της Κύπρου. Ήταν ο πρώτος που άσκησε συστηματική και ουσιαστική αντιπολίτευση εναντίον των Βρετανών εντός της Βουλής, κερδίζοντας και τον σεβασμό τους. Μετέβη για επτά μήνες με δικά του έξοδα στο Λονδίνο όπου εργάστηκε κοντά σε αγγλικούς πολιτικούς κύκλους υπέρ των κυπριακών συμφερόντων (1906), καθώς και επί τρίμηνο αργότερα στην ίδια πόλη για τον ίδιο σκοπό (1912). Ήταν μέλος Εκτελεστικού Συμβουλίου (1911-1912) και έφορος Ελληνικών Εκπαιδευτηρίων Λεμεσού. Ακόμη, ήταν εκ των ιδρυτών του Λαϊκού Ταμιευτηρίου Λεμεσού (1901), (μετέπειτα Λαϊκή Τράπεζα Κύπρου). Ακόμη, συνέβαλε σημαντικά στη δημιουργία της πρώτης καθαρά κυπριακής πλοιοκτήτριας–ναυτιλιακής εταιρείας, της Ατμοπλοϊκής Εταιρείας Λεμεσού (1905-06).

Με το ξέσπασμα των Βαλκανικών Πολέμων και όντας εν ενεργεία Δήμαρχος, πάει στην Ελλάδα και κατατάσσεται στον ελληνικό στρατό ως εθελοντής. Παρά την πρόταση του Βενιζέλου να τον τοποθετήσει στο Επιτελείο στην Αθήνα, αρνείται και απαιτεί να σταλεί ως απλός στρατιώτης στην πρώτη γραμμή του μετώπου. Κατετάγη στο Α’ Σύνταγμα Πεζικού του Διαδόχου. Στις μάχες για την απελευθέρωση των Ιωαννίνων, (Μάχη του Μπιζανίου), πέφτει ηρωικά μαχόμενος από τούρκικο βόλι στις 6 Δεκεμβρίου 1912. Με τη θυσία του γίνεται ο πρώτος και μόνος Δήμαρχος σε ολόκληρο τον ελληνισμό που πέφτει μαχόμενος σε μάχη ως απλός στρατιώτης.

Η πόλη των Ιωαννίνων σε ένδειξη ευγνωμοσύνης για τη θυσία του στην απελευθέρωση της, έδωσε το όνομα του σε δρόμο της ενώ έστησε και προτομή του στις όχθες της ιστορικής λίμνης της.

Υπήρξε εκ των πλέον ευγενών μορφών της Κύπρου, αγαπήθηκε και τιμήθηκε ακόμα και από τους πολιτικούς του αντιπάλους, οι οποίοι του αναγνώριζαν τη μεγαλοσύνη του.

Προς τιμή του έγραψε ποίημα ο εθνικός ποιητής της Κύπρου Βασίλης Μιχαηλίδης. Ο Κλ. Μυριανθόπουλος έγραψε βιβλίο για τη ζωή του Χριστόδουλου Σώζου με τίτλο «Ζωή και τάφος Χριστοδ. Σώζου» (Λεμεσός, 1951).

Παντρεύτηκε την εκ Λευκωσίας Ερμιόνη Ιωάννου Ζαχαριάδη, μεγαλεμπόρου. Απέκτησαν ένα γιο.

Δήμαρχος Λεμεσού

Διετέλεσε δήμαρχος Λεμεσού από το 1908 έως το θάνατο του το 1912. Στα χρόνια της δημαρχίας του Σώζου, πραγματοποιώντας σημαντικά έργα και καινοτομίες για τα δεδομένα της εποχής, η Λεμεσός άλλαξε κυριολεκτικά όψη. Επί των ημερών της δημαρχίας του η Λεμεσός γίνεται μια σύγχρονη ευρωπαϊκή πόλη.

Μερικά από τα έργα αυτά είναι:

  • ο ηλεκτροφωτισμός των δρόμων, ο πρώτος από τις υπόλοιπες πόλεις της Κύπρου,
  • η έναρξη των έργων για την κατασκευή της προκυμαίας της Λεμεσού
  • τα σημαντικά αντιπλημμυρικά έργα που την έσωσαν σε μεγάλο βαθμό από τη μάστιγα των πλημμυρών που την ταλαιπωρούσαν εκατοντάδες χρόνια
  • η κατασκευή νέων δρόμων και επίστρωση όλων των δρόμων της Λεμεσού με άσφαλτο καθώς και η ονομασία όλων των οδών της πόλεως
  • κατασκευή, ανέγερση καφενείου, δενδροφύτευση και επίπλωση με παγκάκια του Δημοτικού Κήπου που θεωρήθηκε τότε ως ο ωραιότερος της Ανατολής και ο στολισμός του με αγάλματα που εισήγαγε από την Ελλάδα.
  • η δημιουργία δημοτικής φιλαρμονικής που έδιδε κάθε Κυριακή κονσέρτα μέσα στον Δημόσιο Κήπο σε ειδικό χώρο που διαμόρφωσε, προσφέροντας ποιοτική ψυχαγωγία στους δημότες του
  • δημιουργία καινούργια αποβάθρα ειδικά για την εξαγωγή οίνων και σταφίδων
  • μεριμνά και βάζει αυστηρούς κανονισμούς για την καθαριότητα της πόλης και δημιουργεί σύγχρονο χοιροσφαγείο. Αυστηρός αλλά και δίκαιος, στην εφαρμογή των κανονισμών αυτών και των νόμων δεν δίστασε να οδηγήσει και τον ίδιο τον πατέρα του ακόμα για κάποιο σχετικό παράπτωμα.

Το 1911 διοργάνωσε την πρώτη Παγκύπρια Γεωργική και Βιομηχανική Έκθεση της Κύπρου. Έβαλε τάξη στα οικονομικά του Δήμου απαιτώντας και επιτυγχάνοντας να χαρισθεί το υπόλοιπο του δανείου για τα αντιπλημμυρικά έργα από την αποικιοκρατική διακυβέρνηση και την ενοποίηση των δανείων του Δήμου. Αξίζει να αναφερθεί ότι από την κοινότητα Πλατρών θεωρείται μεγάλος ευεργέτης.

1) Να γίνει σαφές σε όλους και σε όλους τους τόνους ότι οι Τούρκοι και Τ/Κ δεν θα πάρουν μερίδιο από το φυσικό αέριο. Ούτε πριν τη λύση ούτε μετά.

2) Επαναδημιουργία του Ενιαίο αμυντικό δόγμα Ελλάδας – Κύπρου. Αμυντική θωράκιση της Κύπρου

3) Καθορισμός της ΑΟΖ Ελλάδας – Κύπρου

4) Συμμαχία Ελλάδας – Κύπρου – Αιγύπτου για το φυσικό αέριο

5) Να μπλοκαριστεί η ένταξη της Τουρκίας από την Κ.Δ. όπως έπραξε σε ανάλογη περίσταση και η Σλοβενία με την Κροατία. Να πάρει σαφή θέση η Ε.Ε για τις τουρκικές προκλήσεις κατά νόμιμου και πλήρους μέλους της Ένωσης.

6) Να αποταθούμε στα Ο.Η.Ε. Αν δεν εισακουστούμε να ζητήσουμε την αποχώρηση των δυνάμεων του Ο.Η.Ε από την Κύπρο.

7) Να αποταθούμε στην Αγγλική Κυβέρνηση. Αν δεν εισακουστούμε να θέσουμε επιτέλους το θέμα των βάσεων. Στο διεθνές δικαστήριο

8) Να αποταθούμε στην Γαλλία, στην οποίας παραχωρήσαμε τη βάση Ανδρέας Παπανδρέου στην Πάφο, να πάρει θέση.

9) Μέτρα κατά των Τ/Κ. (οικονομικά και πολιτικά)

10) Αν μετά από όλα αυτά δεν καρποφορήσουν οι προσπάθειες  να αποταθούμε στις μεγάλες δυνάμεις Αμερική-Ρωσία προσφέροντας τους ανταλλάγματα για το φυσικό αέριο.

Σύμφωνα με τη Διεθνή Συνθήκη του ΟΗΕ περί Δικαίου της Θάλασσας (1982), η αποκλειστική οικονομική ζώνη (ΑΟΖ) θεωρείται η θαλάσσια έκταση, εντός της οποίας ένα κράτος έχει δικαίωμα έρευνας ή άλλης εκμετάλλευσης των θαλασσίων πόρων, συμπεριλαμβανομένης της παραγωγής ενέργειας από το νερό και τον άνεμο[1]. Εκτείνεται πέραν των χωρικών υδάτων μιας χώρας (συνήθως 12 ναυτικά μίλια) στα 200 ναυτικά μίλια από την ακτογραμμή. Η χρήση του όρου μπορεί να περιλαμβάνει την υφαλοκρηπίδα, ονομαστικά και μόνο. Σε επίπεδο ουσίας δικαίου και συνεπαγόμενων δικαιωμάτων είναι δύο διαφορετικές ζώνες. Η ΑΟΖ δεν συμπεριλαμβάνει τα χωρικά ύδατα, ούτε και την υφαλοκρηπίδα πέραν των 200 ν.μ. Η διαφορά χωρικών υδάτων και ΑΟΖ είναι πως τα χωρικά ύδατα αφορούν σε πλήρη κυριαρχία, ενώ η ΑΟΖ αποτελεί απλό «κυριαρχικό δικαίωμα», το οποίο αναφέρεται στη δικαιοδοσία του παράκτιου κράτους μέχρι και κάτω από την επιφάνεια της θάλασσας. Η επιφάνεια είναι διεθνή ύδατα.

Ορισμός της ΑΟΖ

Γενικά, η ΑΟΖ μιας χώρας εκτείνεται στα 200 ναυτικά μίλια (370 χλμ) από την ακτογραμμή της. Εξαίρεση σ’ αυτόν τον κανόνα αποτελούν οι περιπτώσεις όπου οι ΑΟΖ δύο ή περισσοτέρων χωρών αλληλοεφάπτονται, όταν δηλαδή οι ακτογραμμές των εν λόγω χωρών απέχουν λιγότερο από 400 ναυτικά μίλια (740 χλμ). Στην περίπτωση που οι ΑΟΖ αλληλοεφάπτονται, έγκειται στις χώρες που τις διεκδικούν να ορίσουν από κοινού θαλάσσια σύνορα. Γενικά, κάθε σημείο εντός αλληλοεφαπτόμενης περιοχής περιέρχεται στη δικαιοδοσία της εγγύτερης χώρας.

Η ΑΟΖ μιας χώρας υπολογίζεται από τα όρια των εθνικών της υδάτων και εκτείνεται προς τα έξω, μέχρι τα 200 ναυτικά μίλια. Στην έκταση της ΑΟΖ συνυπολογίζεται και η συνοριακή ζώνη, η οποία εκτείνεται για 12 ν.μ. πέραν του ορίου των εθνικών υδάτων. Οι χώρες μπορούν να αξιώνουν δικαίωμα και στην υφαλοκρηπίδα, η οποία μπορεί να εκτείνεται έως και 350 ν.μ. από την ακτογραμμή και πέραν την ΑΟΖ, ωστόσο αυτές οι περιοχές δεν λογίζονται ως μέρος της ΑΟΖ τους. Ο δια νόμου ορισμός της υφαλοκρηπίδας δεν αντιστοιχεί επακριβώς στη γεωλογική σημασία του όρου, καθώς περιλαμβάνει το υποθαλάσσιο μέρος της ξηράς, καθώς και τον πυθμένα εντός της ΑΟΖ.

Ιστορική αναδρομή της ΑΟΖ

Μόλις στα τέλη του 20ύ αιώνα υιοθετήθηκε η ιδέα της κατάτμησης θαλασσίων περιοχών εν είδει ΑΟΖ, ώστε να υπάρχει καλύτερος έλεγχος των αλιευτικών υποθέσεων εκτός εθνικών υδάτων.

Αρχικά, τα εθνικά ύδατα μιας χώρας εκτείνονταν για 3 ν.μ. (6 χλμ) από την ακτογραμμή της -όσο περίπου είναι το βεληνεκές ενός κανονιού. Στη νεότερη εποχή, τα εθνικά ύδατα επεκτάθηκαν στα 12 ναυτικά μίλια (περ. 19 χλμ). Στις αρχές του 1970, το Εκουαδόρ διεκδίκησε την επέκταση των εθνικών του υδάτων στα 200 ν.μ.· κατέσχεσαν έτσι αμερικανικά αλιευτικά και υποχρέωσαν τις ΗΠΑ να πληρώσουν βαριά πρόστιμα για καταπάτηση περιοχής εθνικής κυριαρχίας. Εν τέλει, οι ΗΠΑ συμφώνησαν να τεθεί το θέμα στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης.Αυτό υπήρξε το πρώτο βήμα για την καθιέρωση των 12 ν.μ. ως νόρμα των εθνικών υδάτων μιας χώρας. Παράλληλα, με την Τρίτη Συμβαση του ΟΗΕ περί Δικαίου της Θάλασσας το 1982, αναγνωρίστηκε διεθνώς ο ορισμός της Αποκλειστικής Οικονομικής Ζώνης στα 200 ν.μ.

Το Άρθρο 55, μέρος Ε΄της Σύμβασης, ορίζει τα εξής:

Ειδικό νομικό καθεστώς της αποκλειστικής οικονομικής ζώνης
Η αποκλειστική οικονομική ζώνη ορίζεται ως η θαλάσσια περιοχή πέραν και εφαπτομένης των εθνικών υδάτων, και υπόκειται σε συγκεκριμένο νομικό καθεστώς όπως ορίζεται στο παρόν παράρτημα, υπό το οποίο τα δικαιώματα και η δικαιοδοσία του οριζόμενου Κράτους, και τα δικαιώματα και οι ελευθερίες των άλλων Κρατών καθορίζονται από τις διατάξεις της παρούσας Συνθήκης.

ΑΟΖ υπό αμφισβήτηση

Η ακριβής έκταση της ΑΟΖ είναι συχνά θέμα διαμάχης μεταξύ δύο ή περισσότερων χωρών. Ακολουθεί ένας κατάλογος με μερικές σημαντικές έριδες κάποιων χωρών, επί των θαλασσίων υδάτων τους.

  • Το διπλωματικό επεισόδιο μεταξύ Ηνωμένου Βασιλείου και Ισλανδίας, γνωστό και ως Πόλεμοι του μπακαλιάρου.
  • Η Νορβηγία βρίσκεται σε έριδα με τη Ρωσία επί των εθνικών τους υδάτων και της ΑΟΖ, όσον αφορά στο Αρχιπέλαγος Σβάλμπαρντ.
  • Η Ελλάδα βρίσκεται σε διαμάχη με την Τουρκία, επί της έκτασης της υφαλοκρηπίδας.
  • Η Νότια Κινεζική Θάλασσα αποτελεί μήλο της έριδος μεταξύ πολλών όμορων χωρών.
  • Υπάρχει μια διαφιλονικούμενη περιοχή ανάμεσα στις ΗΠΑ και τον Καναδά, τη λεγόμενη Θάλασσα Μποφόρ. Στην περιοχή υπάρχουν αποθέματα υδρογονανθράκων, τα οποία οι δύο χώρες διεκδικούν.
  • Η διαμάχη επί της νησίδας Rockall (βρίσκεται μεταξύ Ιρλανδίας και Ισλανδίας). Η έριδα είναι επί θέματος ΑΟΖ, παρά για τους πόρους, ή τη γεωστρατηγική σημασία της.
  • Ενα μέρος της Καναδικής ΑΟΖ διεκδικεί η Γαλλία, για λογαριασμό των νήσων Σαιν Πιερ και Μικελόν, των οποίων διατηρεί την κυριαρχία από το 1763 (επίσημα από το 1985). Οι νήσοι περικλείονται ολοκληρωτικά από την ΑΟΖ του Καναδά.

Περιοχές όπου παγετώνες καλύπτουν τη θαλάσσια περιοχή μιας χώρας πέραν της ακτογραμμής της, αποτελούν επίσης πιθανές διαφιλονικούμενες εκτάσεις.

Υφαλοκρηπίδα

Η Υφαλοκρηπίδα είναι τμήμα του παράκτιου βυθού της θάλασσας. Ο ορισμός της κατά τη γεωλογία είναι το τμήμα το οποίο αποτελεί την ομαλή προέκταση της ακτής κάτω από την επιφάνεια της θάλασσας ως το σημείο στο οποίο αυτή διακόπτεται απότομα. Η υφαλοκρηπίδα διακόπτεται εκεί όπου ο βυθός αποκτά απότομη κλίση 30-45ο. Το τμήμα με την απότομη κλίση ονομάζεται υφαλοπρανές. Το πλάτος της υφαλοκρηπίδας ποικίλλει ανάλογα με τη μορφολογία της κάθε περιοχής. Στη βάση του υφαλοπρανούς βρίσκεται το ηπειρωτικό ανύψωμα και από τα 2.500 μ. βάθος και πέρα αρχίζει η ωκεάνια άβυσσος. Υφαλοκρηπίδα, υφαλοπρανές και ηπειρωτικό ανύψωμα συναποτελούν το υφαλοπλαίσιο.

  • Όταν η προέκταση αυτή της υφαλοκρηπίδας υπολογίζεται από ίχνη «ηπειρωτικής ακτής» τότε πρόκειται για ηπειρωτική υφαλοκρηπίδα (continental shelf), όταν αυτή υπολογίζεται από ίχνη «νησιωτικής ακτής» τότε πρόκειται για νησιωτική υφαλοκρηπίδα (insular shelf). Τόσο στην ηπειρωτική όσο και στη νησιωτική υφαλοκρηπίδα κατά το Διεθνές Δίκαιο η κυριαρχία ανήκει στο κράτος όπου και ανήκουν οι αντίστοιχες ακτές.

Η υφαλοκρηπίδα έχει ιδιαίτερη οικονομική σημασία, διότι συχνά βρίσκονται σε αυτήν ή κάτω από αυτήν ορυκτά (πετρέλαιο, φυσικό αέριο, μέταλλα) καθώς και άβια και έμβια ακίνητα είδη (καθιστικά είδη), όπως κοράλλια, σφουγγάρια, μαργαριτάρια κλπ. Έτσι υπάρχει έντονο ενδιαφέρον για την εκμετάλλευσή της. Στον βαθμό που ανήκει στην αιγιαλίτιδα ζώνη (χωρικά ύδατα) του παράκτιου κράτους, η εκμετάλλευσή της ανήκει αναμφισβήτητα σε αυτό. Πρόβλημα ανέκυψε στο Διεθνές Δίκαιο με την υφαλοκρηπίδα πέραν της αιγιαλίτιδας ζώνης σχετικά με το αν και αυτή ανήκει στο πλησιέστερο παράκτιο κράτος ή αν καλύπτεται από την ελευθερία των θαλασσών που ισχύει στην ανοιχτή θάλασσα.

Η υφαλοκρηπίδα και το καθεστώς της σήμερα ορίζεται στο Διεθνές Δίκαιο και παραχωρείται στο παράκτιο κράτος, για λόγους πρακτικούς και πολιτικούς όμως ο νομικός ορισμός της διαφέρει από τον γεωλογικό. Σύμφωνα με τη Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών για το Δίκαιο της Θάλασσας του 1982 ως υφαλοκρηπίδα ορίζεται κατά βάση ο βυθός της θάλασσας εντός ακτίνας 200 ναυτικών μιλίων από την ακτή. Αυτό ισχύει ανεξάρτητα από τη γεωλογική μορφή του βυθού. Σε περίπτωση όμως που το υφαλοπλαίσιο εκτείνεται και πέρα των 200 μιλίων από την ακτή, τότε η υφαλοκρηπίδα κατά το Διεθνές Δίκαιο προεκτείνεται είτε ως τα 350 ν.μ. είτε ως τα 100 ν.μ. πέραν της ισοβαθούς των 2.500μ. είτε ως τα 60 ν.μ. από τη βάση του ηπειρωτικού ανυψώματος.

Για πρώτη φορά στο Διεθνές Δίκαιο η υφαλοκρηπίδα ορίστηκε στη Διεθνή Σύμβαση για την Υφαλοκρηπίδα του 1958. Σύμφωνα με αυτόν τον ορισμό, η υφαλοκρηπίδα ενός κράτους εκτεινόταν στο τμήμα του θαλάσσιου βυθού που βρίσκεται γύρω από τις ακτές του και πέρα απο την Αιγιαλίτιδα ζώνη (τα χωρικά ύδατα) μέχρι βάθους 200 μέτρων, εκτός αν ήταν εφικτή η εκμετάλλευση των φυσικών πόρων και σε μεγαλύτερο βάθος, οπότε εκτεινόταν ως το βάθος εκείνο.

Όπως και με κάθε Διεθνή Συνθήκη, έτσι και η Συνθήκη για το Δίκαιο της Θάλασσας του 1982 εφαρμόζεται μόνο στα συμβαλλόμενα κράτη (ως τώρα 155 κράτη την έχουν κυρώσει [1]). Τα κράτη που δεν έχουν προσχωρήσει στη συνθήκη αυτήν δε δεσμεύονται από τον ορισμό αυτόν της υφαλοκρηπίδας. Το Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης όμως στην «υπόθεση της υφαλοκρηπίδας της Βόρειας Θάλασσας» έκρινε ότι ο ορισμός της υφαλοκρηπίδας με βάση τα αρθρα 1-3 της προγενέστερης Συνθήκης του 1958 για την υφαλοκρηπίδα αποτελούν πλέον διεθνές έθιμο και δεσμεύουν όλα τα κράτη του κόσμου, ανεξάρτητα από το αν έχουν προσχωρήσει στη συνθήκη του 1958 ή όχι.

Το παράκτιο κράτος έχει συγκεκριμένα κυριαρχικά δικαιώματα επί της υφαλοκρηπίδας. Στο παράκτιο κράτος ανήκουν σύμφωνα με τη Σύμβαση του 1982 τα ορυκτά του εδάφους και του υπεδάφους του βυθού, οι μη ζώντες οργανισμοί του βυθού καθώς και οι ζώντες οργανισμοί του βυθού που ανήκουν στα καθιστικά είδη (είδη που δεν μπορούν να κινηθούν μόνα τους χωρίς συνεχή επαφή με τον βυθό). Τα παράκτια αυτά δικαιώματα του κράτους τού ανήκουν αυτοδικαίως, ανεξάρτητα από την τήρηση οποιωνδήποτε διατυπώσεων (π.χ. δήλωσης, οριοθέτησης κλπ.) και είναι αποκλειστικά: ακόμα κι αν δεν τα ασκήσει το παράκτιο κράτος, δεν δικαιούται να τα ασκήσει κανένα άλλο κράτος.

Τα δικαιώματα επί της υφαλοκρηπίδας δεν αφορούν και δεν επηρεάζουν το καθεστώς των υπερκειμένων υδάτων. Στην πράξη εφ’όσον η υφαλοκρηπίδα εκτείνεται ως τα 200 ν.μ., τα υπερκείμενα ύδατα θα ανήκουν στην αποκλειστική οικονομική ζώνη του παρακτίου κράτους. Πέραν των 200 ν.μ. από την ακτή τα ύδατα αποτελούν την ανοιχτή θάλασσα, στην οποία ισχύει η ελευθερία των θαλασσών.

Τα νησιά, οι νησίδες, οι βραχονησίδες, οι σκόπελοι και ανορθωμένοι βράχοι,(π.χ. πόρτες Πάρου), που περιβάλλονται μεν από θάλασσα πλην όμως δεν καλύπτονται από το χειμέριο κύμα ή την μεγίστη πλύμη, έχουν κι αυτά υφαλοκρηπίδα. Εξαίρεση αποτελούν σύμφωνα με το άρθρο 121 της Σύμβασης του ΟΗΕ για το Δίκαιο της Θάλασσας του 1982 οι βραχονησίδες και βράχοι, οι οποίοι δεν μπορούν να διατηρήσουν ανθρώπινο πληθυσμό ή αυτόνομη οικονομική ζωή (καλλιέργεια ή κτηνοτροφία). Αυτοί οι βράχοι έχουν μεν αιγιαλίτιδα ζώνη, δεν έχουν όμως δικαίωμα στην υφαλοκρηπίδα ή στην αποκλειστική οικονομική ζώνη (αφού δεν υφίσταται επ΄ αυτών. Το Διεθνές Δικαστήριο στην υπόθεση της υφαλοκρηπίδας της Βόρειας Θάλασσας το 1969 αναγνώρισε ότι απόκλιση από τον κανόνα της υφαλοκρηπίδας δικαιολογείται μόνο για νησίδες, βράχους και ελαφρές προεξοχές της ακτής (islets, rocks and minor coastal projections / îlots, rochers ou légers saillants de la côte, σκέψη 57 της απόφασης), άρα εξ αντιδιαστολής οι εθιμικοί κανόνες για την ύπαρξη και εκμετάλλευση της υφαλοκρηπίδας που δεσμεύουν όλα τα κράτη ανεξάρτητα από Διεθνείς Συνθήκες καλύπτουν και τα νησιά.

Ελλάδα

Η Ελλάδα δεν έχει ορίσει ΑΟΖ με καμία γείτονα χώρα, αν και έχει το δικαίωμα να το πράξει σύμφωνα με το Διεθνές Δίκαιο της Θάλασσας (UNCLOS) και τη διεθνή νομοθεσία. Ωστόσο η ελληνική πλευρά δεν έχει προβεί μέχρι στιγμής σε κάποια τέτοιου είδους διεκδίκησηΗ τουρκική δήλωση περί πολέμου δεν αφορά την ΑΟΖ η Τουρκία ισχυρίζεται ότι το Αιγαίο, ως ημίκλειστη θαλάσσια περιοχή, πρέπει να τεθεί υπό ειδικό καθεστώς, εν αντιθέσει με άλλες ημίκλειστες θάλασσες όπως την Αδριατική θάλασσα, ή πλήρως κλειστές όπως τη Μαύρη Θάλασσα. Η Τουρκία δεν έχει υπογράψει τη Συνθήκη του ΟΗΕ περί Δικαίου της Θάλασσας, με την οποία τα εθνικά ύδατα μιας χώρας μπορούν να επεκταθούν στα 12 ναυτικά μίλια. Αν και φέρει μόνιμη αντίρρηση στο σχετικό άρθρο της Συνθήκης, η ίδια έχει επεκτείνει τα εθνικά της ύδατα στη Μαύρη Θάλασσα στα 12 ν.μ. Το 1995, κατά την επικύρωση της Συνθήκης από το ελληνικό κοινοβούλιο, η Τουρκία δήλωσε ότι στην περίπτωση που η Ελλάδα επέκτεινε τα εθνικά της ύδατα πέραν των 6 ν.μ., αυτό θα εκλαμβανόταν ως απόπειρα περιορισμού της καθώς και άμεση προσβολή της εθνικής της κυριαρχίας. Με αυτόν τον ισχυρισμό ισχύει ακόμη και σήμερα το λεγόμενο casus belliΤην ίδια ώρα, ενώ η Αίγυπτος και η Λιβύη δείχνουν – μετά και το ξέσπασμα της Αραβικής Άνοιξης- διστακτικές στην υπογραφή σχετικής συμφωνίας, η κυβέρνηση του Ισραήλ έχει αναγνωρίσει ήδη τις ΑΟΖ τόσο της Ελλάδας, όσο και της Κύπρου. Στα σχέδιά του είναι η μεταφορά του φυσικού αερίου που θα εξορύσσεται από το κοίτασμα Λεβιάθαν, μέσω ενός υποθαλάσσιου αγωγού ο οποίος θα περιέρχεται και από την Ελληνική ΑΟΖ. Κατά το σχέδιο αυτό τεκμαίρεται η αναγνώριση της ελληνικής ΑΟΖ από το Ισραήλ, κάτι που αποτελεί ισχυρό διαπραγματευτικό «χαρτί» για τις ελληνικές διεκδικήσεις. Είναι γεγονός ότι μια τέτοια σύμπραξη θα αποτελέσει μια ισχυρή ενεργειακή συμμαχία μεταξύ της Κύπρου, της Ελλάδας και του Ισραήλ, αν και την εξόρυξη και παραγωγή έχει αναλάβει η αμερικανική εταιρεία American Νoble Εnergy LTD. Ο ισραηλινός υπουργός εξωτερικών Gaby Levy, δήλωσε στην τουρκική οικονομική εφημερίδα Hürriyet Daily News & Economic Review: «Κατ’ ουσίαν, στην απόπειρα να προστατέψουμε και να εξασφαλίσουμε τα ισραηλινά συμφέροντα στη Μεσόγειο, το Ισραήλ υποχρεώθηκε να οριοθετήσει επίσημα τα θαλάσσια σύνορά του».

2e1ax_default_entry_albania-serbia-collage
Ισμαήλ Κεμάλι, Ίσα Μπολετίνι & η «αλβανική» Θεσπρωτία

Ένα άκρως προκλητικό λάβαρο έβαλε φωτιά στον ποδοσφαιρικό αγώνα της Σερβίας με την Αλβανία. Το συγκεκριμένο λάβαρο που αιωρήθηκε πάνω απ’ τον αγωνιστικό χώρο δεν θίγει μόνο την Σερβία αλλά και την Ελλάδα.

Τα δύο πρόσωπα που βλέπουμε λάβαρο των Αλβανών είναι αυτό του ιδρυτή του αλβανικού κράτους Ισμαήλ Κεμάλι και του Αλβανού πολεμιστή Ίσα Μπολετίνι εθνικού ήρωα των Κοσοβάρων που πρωτοστάτησε στον ανταρτοπόλεμο κατά της Σερβίας το 1910. Ο χάρτης ανάμεσα στα δύο πρόσωπα, είναι αυτός της μεγάλης Αλβανίας, που εκτός των άλλων περιλαμβάνει ελληνικά εδάφη μέχρι και την Θεσπρωτία. Στο κάτω μέρος βλέπουμε γραμμένη την λέξη Autochthonous δηλαδή Αυτόχθονες δηλώνοντας πως οι περιοχές αυτές τους ανήκουν διότι ζουν χρόνια σε αυτές και δεν μετοίκησαν.

Το θράσος των Αλβανών αποδεικνύετε και απ’ την συμπεριφορά των ποδοσφαιριστών της που σκέφτονται ακριβώς με τον ίδιο τρόπο όπως και οι φίλαθλοι δίχως ίχνος επαγγελματισμού. Ο ποδοσφαιριστής της Σερβίας Μίτροβιτς, κατέβασε το λάβαρο που εμπόδιζε την εξέλιξη του αγώνα και οι Αλβανοί ποδοσφαιριστές όρμηξαν κατά πάνω του. Δεν μπορεί κάποιος να μιλήσει για ασέβια του Σέρβου ποδοσφαιριστή αφού αφενός ήταν λάβαρο και όχι σημαία και αφετέρου δεν πέταξε το επίμαχο πανί αλλά

Πηγή: http://www.himara.gr

Η Οθωμανική Αυτοκρατορία (τουρκ. Osmanlı İmparatorluğu) ήταν ένα αχανές κράτος που ιδρύθηκε τον ύστερο 13ο αιώνα από τουρκικά φύλα στη Μικρά Ασία και κυβερνήθηκε από τους απογόνους του Οσμάν Α’ μέχρι την κατάλυσή της το 1918. Η σύγχρονη Τουρκία είναι μόνον ένα τμήμα της ιστορικής οθωμανικής αυτοκρατορίας παρόλο που οι όροι Τουρκία και Οθωμανική αυτοκρατορία χρησιμοποιούνται εναλλακτικά για να χαρακτηρίσουν μία από τις μεγαλύτερες και ισχυρότερες αυτοκρατορίες της σύγχρονης ιστορίας. Ο πολιτισμός της διείσδυσε στην ευρωπαϊκή ήπειρο μετά από μια μακρά περίοδο απουσίας του Ισλάμ από την Ευρώπη (8ος αιώνας – εισβολή των Μαυριτανών στην Ισπανία). Όπως και στις προηγούμενες περιπτώσεις οι Οθωμανοί κατόρθωσαν να εγκατασταθούν σε ευρωπαϊκό έδαφος και να μεταδώσουν τμήμα της ισλαμικής κουλτούρας και παραδόσεων που επιβιώνουν ακόμη και σήμερα στη Βοσνία-Ερζεγοβίνη.

Η οθωμανική αυτοκρατορία διήρκεσε μέχρι τον 20ο αιώνα. Παρόλο που οι ιστορικοί μιλούν για αυτοκρατορίες με όρους ανάπτυξης και παρακμής, οι Οθωμανοί παρέμειναν στρατιωτικά και πολιτισμικά υπολογίσιμοι έως τη διάσπαση της αυτοκρατορίας, στις πρώτες δεκαετίες του 20ου αιώνα. Το πραγματικό τέλος της οθωμανικής κουλτούρας ήρθε με την εκκοσμίκευση της Τουρκίας μετά τον Β’ παγκόσμιο πόλεμο σύμφωνα με ευρωπαϊκά πρότυπα διακυβέρνησης. Η μετάβαση στο κοσμικό κράτος δεν ήταν εύκολη και οι επιπτώσεις της είναι ακόμη ορατές στη σύγχρονη τουρκική κοινωνία.

Προέλευση
Το οθωμανικό κράτος ήταν αρχικά ένα από τα πολλά μικρά κρατίδια που προέκυψαν στη Μικρά Ασία κατά τη διάρκεια και μετά την κατάρρευση του κράτους των Σελτζούκων Τούρκων, στα τέλη του 13ου και στις αρχές του 14ου αιώνα. Το όνομά του προέρχεται από τον Οσμάν (ή Οθμάν), ιδρυτή της φερώνυμης δυναστείας των Οσμανλιδών, ή Οθωμανών, όπως είναι ευρύτερα γνωστή. Οι Οθωμανοί Τούρκοι άρχισαν σταδιακά να απορροφούν τα άλλα κρατίδια και κατά τη διάρκεια της βασιλείας του Μωάμεθ Β΄ (1451-81) υπερσκέλισαν όλες τις άλλες τοπικές τουρκικές δυναστείες. Η πρώιμη οθωμανική επέκταση υπό τους Οσμάν Α’, Ορχάν, Μουράτ Α’ και Βαγιαζήτ Α΄ έγινε εις βάρος της βυζαντινής αυτοκρατορίας, της Βουλγαρίας και της Σερβίας. Η Προύσα (σημερινή Μπούρσα) έπεσε το 1326 και η Αδριανούπολη (σημερινό Εντίρνε) το 1361, γενόμενες με τη σειρά τους πρωτεύουσες της αυτοκρατορίας. Οι μεγάλες οθωμανικές νίκες του Κοσσυφοπεδίου (1389) και της Νικόπολης (1396) έθεσαν τμήματα της βαλκανικής χερσονήσου υπό οθωμανικό έλεγχο και αφύπνισαν την Ευρώπη για τον εξ Ανατολών κίνδυνο. Το 1394 ο Βαγιαζήτ Α’ ξεκίνησε μακροχρόνια πολιορκία στην Κωνσταντινούπολη, η οποία, με μικρά διαλείμματα, ουσιαστικά διήρκεσε ως το 1401, έτος που ο στρατός του τουρκομογγόλου κατακτητή Ταμερλάνου εμφανίστηκε στα ανατολικά σύνορα του οθωμανικού κράτους. Την επόμενη χρονιά (1402) ο οθωμανικός στρατός συνετρίβη από τον Ταμερλάνο, και ο Βαγιαζήτ αιχμαλωτίστηκε και πέθανε στη φυλακή. Η συντριπτική ήττα που υπέστησαν οι Οθωμανοί ανέκοψε για κάποιο διάστημα τη γρήγορη άνοδο και επέκταση της οθωμανικής επικράτειας.

Οργάνωση της αυτοκρατορίας
Οικονομικά, κοινωνικά και στρατιωτικά η οθωμανική αυτοκρατορία ήταν ένα μεσαιωνικό κράτος, που παρέμεινε ανεπηρέαστο από τις ευρωπαϊκές εξελίξεις. Η οργάνωση του κράτους βασιζόταν στην περίοδο ακμής της στο τιμαριακό σύστημα. Εκτός από τον κύριο κορμό της αυτοκρατορίας, υπήρχαν και υποτελή στον Σουλτάνο κράτη, τα οποία όμως διατηρούσαν το δικό τους σύστημα διοίκησης. Η οθωμανική κυριαρχία στην βόρεια Αφρική πέραν της Τρίπολης και της Αιγύπτου δεν ήταν ποτέ ξεκαθαρισμένη ή αποτελεσματική. Τα ανατολικά της σύνορα ήταν ασταθή και μεταβάλλονταν γοργά σύμφωνα με την έκβαση των συχνών πολέμων με την Περσία, ενώ από τα υποτελή κράτη μόνον οι χαν της Κριμαίας ήταν γενικά πιστοί.

Επικεφαλής και απόλυτος άρχων ήταν ο Σουλτάνος. Ρόλο πρωθυπουργού είχε ο Μεγάλος Βεζίρης, ενώ συμβουλευτικό ρόλο είχε το αυτοκρατορικό Διβάνι. Το Διβάνι ήταν συμβούλιο, στο οποίο προήδρευε ο Μεγάλος Βεζίρης και στο οποίο δε συμμετείχε ο Σουλτάνος -παρακολουθούσε όμως ενίοτε τις συνεδριάσεις του από άλλο δωμάτιο του ανακτόρου πίσω από μια κουρτίνα. Τυπικά ούτε ο Μεγάλος Βεζίρης ούτε το Διβάνι μπορούσαν να αντιταχθούν στη βούληση του Σουλτάνου, η επιρροή τους όμως στη λήψη αποφάσεων ήταν πολύ μεγάλη. Ειδικά την περίοδο της παρακμής της Αυτοκρατορίας τον κύριο λόγο είχε ο Μεγάλος Βεζίρης, ο οποίος όμως πάλι λόγω της γενικότερης αστάθειας μπορεί και να αντικαθίστατο μετά από λίγους μήνες.

Οι ίδιοι οι σουλτάνοι είχαν βυθιστεί στην νωθρότητα και τη διαφθορά. Έως την άνοδο στο θρόνο (1603) του Αχμέτ Α’, για τη διαδοχή συναγωνίζονταν όλοι οι γιοι του σουλτάνου και ήταν πατριωτικό καθήκον του νικητή να σκοτώσει όλους τους ανταγωνιστές του, προκειμένου να αποκατασταθεί η τάξη. Παρόλο που η συγκεκριμένη πρακτική φαίνεται πιθανώς βάρβαρη, ήταν αποτελεσματική σε ό,τι αφορούσε τουλάχιστον τις εσωτερικές έριδες. Όταν σταμάτησε, δημιουργήθηκαν άλλα προβλήματα. Ο μεγαλύτερος γιος αναγνωριζόταν ως διάδοχος, αλλά για να μην υπάρξει οποιαδήποτε απειλή στο πρόσωπο του σουλτάνου ο αυτοκρατορικός πρίγκιπας απαρνείτο την παραμικρή ανάμειξη στα δημόσια πράγματα και στην πραγματικότητα κρατείτο φυλακισμένος στα πολυτελή του δώματα. Όταν τελικά ο πρίγκιπας ανερχόταν στον θρόνο ήταν συχνά αλκοολικός ή σχιζοφρενής.

Η πραγματική διακυβέρνηση στην οθωμανική αυτοκρατορία ασκείτο συνήθως από τους μεγάλους βεζύρηδες, πολλοί από τους οποίους ήταν ικανοί άνδρες και οι ίδιοι οι σουλτάνοι ήταν συχνά δημιουργήματα των Γενίτσαρων, η εύνοια των οποίων εξαγοραζόταν με μεγάλα δώρα κατά την ανάρρηση του σουλτάνου. Μια από τις πλέον αρνητικές όψεις της αυλής της Κωνσταντινούπολης (γνωστή επίσης ως Υψηλή Πύλη) ήταν η διαφθορά και οι δωροδοκίες τις οποίες οι διοικητικοί παράγοντες ανήγαγαν σε διαχειριστικό καθεστώς. Οι Πασάδες και οι Οσποδάροι που διηύθυναν τις επαρχίες και τα υποτελή κράτη εξαγόραζαν τις θέσεις τους σε υπέρογκες τιμές και κατόπιν έκαναν περιουσίες επιβαρύνοντας με ακόμη μεγαλύτερες φορολογίες τους υπηκόους τους. Με αυτόν τον τρόπο οι αγροτικοί πληθυσμοί περιήλθαν σε μεγάλη εξαθλίωση.
Ειδικά κατά την περίοδο παρακμής του κράτους (μετά τα τέλη του 16ου αι.) συνέβη και εκφυλισμός της γραφειοκρατίας και υπέρμετρη αύξηση των κρατικών αξιωματούχων. Αυτοί αποστέλλονταν στις επαρχίες για να ασκήσουν τα καθήκοντά τους, όπου επιχειρούσαν να πλουτίσουν σε βάρος των ντόπιων πληθυσμών. Τα αξιώματα αυτά (μανσούπια) πωλούνταν από το κράτος και τα έσοδα εισέρρεαν στο κρατικό ταμείο. Οι αγοραστές πλήρωναν με παραχαραγμένα ή ελλιποβαρή νομίσματα με τα οποία άλλωστε γίνονταν και οι περισσότερες συναλλαγές. Στη συνέχεια παράγοντες του σαραγιού αντάλλασσαν αυτά τα νομίσματα με ισχυρότερα ευρωπαϊκά νομίσματα μέσω αργυραμοιβών ή Ευρωπαίων εμπόρων. Έτσι τα πραγματικά έσοδα του κράτους μειώνονταν λόγω αυτής της μεσολάβησης. Λόγω του πληθωρισμού αξιωματούχων οι ραγιάδες δυσκολεύονταν να διακρίνουν αξιώματα και βαθμούς της κρατικής εξουσίας. Στην πορεία του κράτους προς την παρακμή οι διοικητικές λειτουργίες απορροφήθηκαν από τη φοροείσπραξη και ακόμα και οι στρατιωτικές (και κυρίως οι παραστρατιωτικές) υπηρεσίες χρησιμοποιούνταν κυρίως για την απόσπαση φόρων από τους ραγιάδες. Στο μικροδιοικητικό επίπεδο η είσπραξη φόρων είχε γίνει αυτοσκοπός του κρατικού μηχανισμού.

Θετικό χαρακτηριστικό της οθωμανικής διοίκησης θεωρείται η γενικά ανεκτική στάση προς τους μη μουσουλμανικούς λαούς, πρακτική όμως που δεν εμπόδισε τις κοινωνικές διακρίσεις και τις πρακτικές του εξανδραποδισμού. Στην Κωνσταντινούπολη οι Έλληνες Φαναριώτες κατά κύριο λόγο και οι Αρμένιοι κατόπιν είχαν μεγάλα προνόμια και ασκούσαν μεγάλη επιρροή σε θέματα πολιτικής και εμπορίου ενώ στον ελλαδικό χώρο προεστοί που κατείχαν μεγάλες εκτάσεις γης και προνόμια, οι λεγόμενοι Κεφαλάδες.

Η περίοδος της μεγάλης επέκτασης
Η υπό τον Μωάμεθ Α΄ επανενωμένη οθωμανική αυτοκρατορία επεκτάθηκε νικηφόρα υπό τον Μουράτ Β’ και τον Μωάμεθ Β΄. Η νίκη στη Βάρνα το 1444 επί του σταυροφορικού στρατού που οδηγούσε ο Λαντισλάους Γ’ της Πολωνίας ακολουθήθηκε το 1453 από την εκπόρθηση της Κωνσταντινούπολης. Μέσα σε έναν αιώνα οι Οθωμανοί μεταλλάχθηκαν από μία νομαδική ορδή σε κληρονόμους της αρχαιότερης ευρωπαϊκής αυτοκρατορίας. Η επιτυχία τους οφειλόταν εν μέρει στην αδυναμία και διχόνοια των αντιπάλων τους και εν μέρει στην καλή στρατιωτική τους οργάνωση. Η οθωμανική επέκταση έφθασε στην κορύφωσή της τον 16ο αιώνα υπό τους Σελίμ Α’ και Σουλεϊμάν Α’.

Σουλεϊμάν Α΄ ο Μεγαλοπρεπής
Η ουγγρική ήττα (1526) στο Μοχάτς ετοίμασε τον δρόμο για την κατάληψη της Βούδας (1541) και την κατάληψη ενός μεγάλου τμήματος της Ουγγαρίας από την οθωμανική αυτοκρατορία. Η Τρανσυλβανία έγινε φόρου υποτελές πριγκηπάτο, όπως η Βλαχία και η Μολδαβία. Τα ασιατικά σύνορα της αυτοκρατορίας έφθασαν ως την Περσία και την Αραβία. Ο Σελίμ Α’ νίκησε τους Μαμελούκους της Αιγύπτου και της Συρίας, κατέλαβε το Κάιρο το 1517 και ανέλαβε τη διαδοχή του χαλιφάτου. Η Αλγερία κατακτήθηκε το 1518 και το μεσογειακό εμπόριο απειλήθηκε από κουρσάρους όπως ο Χαϊρεντίν Μπαρμπαρόσα, που έπλεε με οθωμανική δικαιοδοσία. Οι περισσότερες από τις βενετικές και άλλες λατινικές κτήσεις στην Ελλάδα πέρασαν στη δικαιοδοσία του σουλτάνου.

Κατά τη διάρκεια της βασιλείας του Σουλεϊμάν Α’ ξεκίνησε το (1535) η παραδοσιακή φιλία μεταξύ Γαλλίας και Οθωμανικής αυτοκρατορίας ως αντίβαρο ενάντια στις δυνάμεις των Αψβούργων στην Αυστρία και της Ισπανίας. Ο Σουλεϊμάν αναδιοργάνωσε το οθωμανικό δίκαιο και επί βασιλείας του άνθισε η λογοτεχνία, η τέχνη και η αρχιτεκτονική. Ωστόσο, οι μεταρρυθιστικές του τάσεις περιορίζονταν από το πνεύμα του ισλαμικού κανονικού νόμου (σαρία), και συνήθως μοιραζόταν την εξουσία του με τον τοποτηρητή της σαρίας (σεϊχολισλάμ) και με το μεγάλο βεζίρη.

Παγίωση
Για την προοδευτική φθορά που ακολούθησε το θάνατο του Σουλεϊμάν Α’ μεγάλη ευθύνη φέρεί τόσο ο κλήρος (ουλιμά) όσο και οι Γενίτσαροι. Οι τελευταίοι, κερδίζοντας πολιτική δύναμη, άσκησαν σημαντική απορρυθμιστική επίδραση. Το πρώτο σοβαρό χτύπημα από την Ευρώπη ήταν η ναυμαχία του Λεπάντο (Ναύπακτος)1571 και η ήττα του στόλου του Σελίμ Β’ από τον ισπανικό και τον βενετικό στόλο υπό τον Ιωάννη της Αυστρίας. Όμως, ο Μουράτ Δ’ κατά τον 17ο αιώνα αποκατέστησε προσωρινά το οθωμανικό γόητρο με την νίκη του επί των Περσών το (1638). Η Κρήτη κατακτήθηκε από τους Ενετούς και το 1683 μια πολυπληθής στρατιά υπό τον Μέγα Βεζύρη Καρά Μουσταφά περικύκλωσε τη Βιέννη. Η αρωγή του Ιωάννη Γ’ της Πολωνίας στη Βιέννη και οι επακόλουθες εκστρατείες του Καρόλου Ε’ της Λωρραίνης, του Λουδοβίκου του Μπάντεν και του Ευγένιου της Σαβοΐας κατέληξαν σε διαπραγματεύσεις το 1699 (Συνθήκη του Κάρλοβιτς), που κόστισαν στην οθωμανική αυτοκρατορία την Ουγγαρία και άλλες περιοχές.

Παρακμή
Η διάσπαση ξεκίνησε με τους Ρωσοτουρκικούς πολέμους κατά τον 18ο αιώνα. Η μεν Αίγυπτος χάθηκε προσωρινά από τις ναπολεόντειες στρατιές αλλά η ελληνική επανάσταση του 1821, ο Ρωσοτουρκικός πόλεμος του 1828-29 (βλ. Συνθήκη της Αδριανούπολης), και ο πόλεμος με τον Μεχμέτ Αλί της Αιγύπτου οδήγησαν στην περαιτέρω αποδυνάμωση του κράτους, στην απώλεια μέρους της Ελλάδας, την μετατροπή της Μολδαβίας και της Βλαχίας σε προτεκτοράτα της Ρωσίας, και την ημιαυτονομία της Σερβίας. Έγιναν προσπάθειες δραστικών μεταρρυθμίσεων στα τέλη του 18ου αιώνα και στις αρχές του 19ου αιώνα από τον Σελίμ Γ’ και ιδίως από τον Μαχμούτ Β’, αλλά φαίνεται πώς ήταν πλέον αργά. Κατά τον 19ο αιώνα η οθωμανική αυτοκρατορία ήταν πλέον γνωστή ως ο Ασθενής της Ευρώπης (βλ. Ανατολικό ζήτημα).

Με μια σειρά συνθηκολογήσεων και διομολογήσεων από τον 16ο έως τον 18ο αιώνα η οθωμανική αυτοκρατορία έχασε βαθμιαία την οικονομική της ανεξαρτησία. Αν και θεωρητικά ήταν ανάμεσα στους νικητές του Κριμαϊκού πολέμου οικονομικά εξαντλήθηκε. Η Σύνοδος του Παρισιού το (1856) αναγνώρισε την ανεξαρτησία και την ακεραιότητα της οθωμανικής αυτοκρατορίας, αλλά το γεγονός μάλλον επιβεβαίωσε την εξάρτησή της από τις ευρωπαϊκές δυνάμεις, παρά τα δικαιώματά της ως ευρωπαϊκή δύναμη.

Η εξέγερση (1875) της Βοσνίας Ερζεγοβίνης προανήγγειλε τον Ρωσοτουρκικό πόλεμο του 1877-78, στον οποίο η οθωμανική αυτοκρατορία ηττήθηκε παρά τη σθεναρή της αντίσταση. Η Ρουμανία (Βλαχία και Μολδαβία), η Σερβία και Μαυροβούνιο ανακηρύχθηκαν πλήρως ανεξάρτητα κράτη, ενώ η Βοσνία και Ερζεγοβίνη πέρασε υπό αυστριακό έλεγχο.

Ο σουλτάνος Αμπντουλμεσίτ εξέδωσε το 1839 διάταγμα με σημαντικές κοινωνικές μεταρρυθμίσεις. Με το διάταγμα αυτό (Χάττ-ι-Σερίφ του Γκιουλχανέ) θα ξεκινήσει μια περίοδος μεταρρυθμίσεων και φιλελευθεροποίησης του Οθωμανικού κράτους που θα ονομαστεί Τανζιμάτ. Τον ακολούθησε ο Αμπντουλαζίζ, επί βασιλείας του οποίου συγκροτήθηκε το πρώτο φιλελεύθερο πολιτικό κόμμα. Ο αρχηγός του, Μιντχάτ Πασά, κατόρθωσε να εκθρονίσει το 1876 τον Αμπντουλαζίζ. Το θρόνο κατέλαβε ο Αμπντουχαμίτ Β’, μετά από σύντομη σουλτανία του Μουράτ Ε’. Από τον Μιντχάτ διαμορφώθηκε ένα φιλελεύθερο σύνταγμα και το πρώτο οθωμανικό κοινοβούλιο συγκλήθηκε το 1877. Ο σουλτάνος σύντομα διέλυσε το κοινοβούλιο και επέστρεψε σε δεσποτικά πρότυπα διακυβέρνησης. Ο Αμπντουλχαμίτ νίκησε στον Ελληνοτουρκικό πόλεμο του 1897, αλλά η Κρήτη, που ήταν και η πραγματική αιτία της σύρραξης, κερδήθηκε τελικά από τους Έλληνες.

Κατάρρευση
To 1908 το κίνημα των Νεοτούρκων, εθνικιστικής ομάδας με ισχυρές προσβάσεις στις τάξεις του στρατού, επανέφερε σε ισχύ το σύνταγμα του 1876, και το 1909 το κοινοβούλιο εκθρόνισε τον σουλτάνο για να ενθρονίσει στη θέση του τον Μεχμέτ Ε’. Στους δύο Βαλκανικούς πολέμους (1912-13) η οθωμανική αυτοκρατορία έχασε σχεδόν όλες τις περιοχές της στην Ευρώπη, τη Βουλγαρία, τη Σερβία, την Ελλάδα και την Αλβανία. Ο εθνικισμός των Νεοτούρκων, των οποίων ο αρχηγός Εμβέρ Πασά απέκτησε δικτατορική ισχύ, ανταγωνιζόταν τις εναπομείνασες μειονότητες στην επικράτεια της αυτοκρατορίας.

Το ξέσπασμα του Α’ παγκοσμίου πολέμου βρήκε την Τουρκία ευθυγραμμισμένη με τις δυνάμεις της κεντρικής Ευρώπης. Ωστόσο, αν και τα τουρκικά στρατεύματα επέτυχαν νίκη εναντίον των Συμμάχων στην εκστρατεία της Καλλίπολης (1915), η Αραβία εξεγέρθηκε και οι βρετανικές δυνάμεις κατέλαβαν (1917) τη Βαγδάτη και την Ιερουσαλήμ. Το 1918 η τουρκική αντίσταση κατέρρευσε σε Ασία και Ευρώπη και η οθωμανική αυτοκρατορία έφτασε στο τέλος της. Η Συνθήκη των Σεβρών ήταν απλά η τυπική επιβεβαίωση μιας προγενέστερης κατάρρευσης. Με την νίκη των Τούρκων εθνικιστών που αρνήθηκαν να δεχθούν τους όρους της ειρήνης και εκθρόνισαν τον σουλτάνο το 1922, άρχισε η ιστορία της σύγχρονης Τουρκίας.

Ο Λόρενς της Αραβίας (άγγλ. Laurence of Arabia) είναι επική κινηματογραφική βιογραφική ταινία, αμερικανικής παραγωγής του 1962, σε σκηνοθεσία Ντέιβιντ Λην, σενάριο Ρόμπερτ Μπολτ και Μάικλ Γουίλσον, παραγωγή Σαμ Σπίγκελ και πρωταγωνιστές τους Πήτερ Ο’ Τουλ, Ομάρ Σαρίφ, Άλεκ Γκίνες, Άντονι Κουίν, Τζακ Χώκινς, Χοσέ Φερέρ, Κλωντ Ρέινς και Άντονυ Κουέιλ.

Η βιογραφία του Τόμας Έντουαρντ Λόρενς,ενός αξιωματικού του βρετανικού στρατού, ο οποίος κατά τη διάρκεια του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου ανέλαβε αποστολή να κατασκοπεύσει τον άτακτο στρατό των διαφόρων αραβικών φυλών στη Σαουδική Αραβία, αλλά γοητεύτηκε από το πνεύμα της ερήμου, ένωσε αντιμαχόμενες Αραβικές φατρίες σε τακτικό στρατό και τους οδήγησε σε νικηφόρες μάχες εναντίον της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.

Ο Τόμας Έντουαρντ Λόρενς (Thomas Edward Lawrence) ήταν βρετανός αρχαιολόγος, στρατιωτικός και συγγραφέας, που έμεινε γνωστός ως ο Λόρενς της Αραβίας. Γεννήθηκε στο Τρέμαντοκ της Ουαλίας το 1888 και πέθανε στην κομητεία του Ντόρσετ το 1935.

Προπολεμικές δραστηριότητες
Ο Τόμας Έντουαρντ Λόρενς, αν και ήταν ένα πολυσύνθετο ταλέντο (ικανότατος αρχαιολόγος, διπλωμάτης, ιστοριοδίφης και συγγραφέας), έμεινε τελικά γνωστός για τα κατορθώματα του στα πεδία των μαχών της Μέσης Ανατολής. Ήταν άνθρωπος μάλλον κοντός και αδύνατος, με καθαρή φωνή και κινήσεις νευρώδεις. Διακρινόταν για την ευγένεια, την ευθύτητα και την αντιπάθειά του για την επίδειξη.

Σπούδασε στην Οξφόρδη. Η μεσαιωνική στρατιωτική αρχιτεκτονική αποτέλεσε το πρώτο θέμα του ενδιαφέροντος του. Υπέβαλε διατριβή με τον τίτλο Φρούρια Σταυροφόρων (Crusader Castles) και το θέμα αυτό του εξασφάλισε πτυχίο ιστορίας με βαθμό άριστα, το 1910.

Ως προστατευόμενος του αρχαιολόγου του Πανεπιστημίου της Οξφόρδης Ντ. Τζ. Χόγκαρθ, πήρε μέρος σε ανασκαφές που έγιναν στον Ευφράτη, τη Συρία, την Παλαιστίνη και την Αραβία. Εργάστηκε εκεί από το 1911 μέχρι το 1914, πρώτα υπό τον Χόγκαρθ και στη συνέχεια υπό τον Σερ Λέοναρντ Γούλυ. Στο διάστημα αυτό προσπάθησε να γνωρίσει τους λαούς της περιοχής και έμαθε όλες τις αραβικές διαλέκτους.

Στις αρχές τού 1914, ο Γούλυ, ο Λόρενς και ο λοχαγός Σ. Φ. Νιούκομπ, εξερεύνησαν το βόρειο μέρος της χερσονήσου του Σινά. Φαινομενικά αποτελούσαν επιστημονική αποστολή, αλλά στην πραγματικότητα ενεργούσαν αναγνώριση με σκοπό τη χαρτογράφηση της περιοχής από τη Γάζα μέχρι την Άκαμπα, που προοριζόταν να έχει μεγάλη στρατηγική αξία.

Ως ηγέτης των αράβων ανταρτών
Με την έναρξη του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, ο Λόρενς προσελήφθη ως πολιτικός υπάλληλος στο Τμήμα Χαρτογράφησης του υπουργείου Στρατιωτικών στο Λονδίνο και ανέλαβε να συντάξει στρατιωτικό χάρτη του Σινά. Κατόρθωσε να καταταγεί στον στρατό και να σταλεί από τον λόρδο Κίτσενερ, το 1916, στις μυστικές στρατιωτικές υπηρεσίες του Καΐρου με το βαθμό του αξιωματικού. Από εκεί ζήτησε και τον έστειλαν στην Αραβία, όπου έπαιρνε μεγάλες διαστάσεις η επανάσταση εναντίον των Οθωμανών. Εκεί, εισήλθε στην υπηρεσία της ανωτάτης αγγλικής διοίκησης στη Μέση Ανατολή και πολέμησε εναντίον των Τούρκων, επικεφαλής ομάδων άτακτων Αράβων.

Στην άγονη Αραβία, ο Λόρενς κατάφερε να αντέξει σε κακουχίες δυσανάλογες προς το ασθενικό παρουσιαστικό του και διέσχισε πεζός ή με άλογο περισσότερα από 1.700 χιλιόμετρα. Ως υπερασπιστής της αραβικής ανεξαρτησίας, ο Λόρενς συνέβαλε αποφασιστικά στη νίκη εναντίον των Τούρκων.

Υπέρασπίστηκε τη χώρα των συμπολεμιστών του Αράβων σαν δεύτερη πατρίδα του και δίπλα στον πρίγκιπα Φεϋζάλ διηύθυνε ουσιαστικά τις επιχειρήσεις των επαναστατών εναντίον των Τούρκων. Έπεισε τους νομάδες τυφεκιοφόρους να κατευθυνθούν με θάρρος προς τον Βορρά και να αποκόψουν τις συγκοινωνιακές αρτηρίες προς τη Μεδίνα. Ήταν μόνο είκοσι επτά ετών τότε, αλλά η δραστηριότητα του ήταν εξαιρετική. Οργάνωνε και εκτελούσε τις επιθέσεις κατά των σιδηροδρομικών συρμών και διηύθυνε τη μάχη του Ουάλτ, όπου οι Τούρκοι έπαθαν τη μεγαλύτερη καταστροφή τους σε ανοικτό πεδίο.

Από κει και πέρα, ο Λόρενς της Αραβίας οδηγούσε τους Άραβες από νίκη σε νίκη και η αγάπη των Αράβων στο πρόσωπό του ήταν μεγάλη. Έδειξε πολλές διοικητικές αρετές και κέρδισε την εμπιστοσύνη των συμπολεμιστών του της ερήμου. Σε πολιτικό επίπεδο, υποστήριξε τη συνεννόηση μεταξύ των αραβικών λαών καθώς και την απόδοση των εδαφών της Μέσης Ανατολής σε αυτούς προκειμένου να δημιουργήσουν δικά τους, αυτοδιοικούμενα κράτη.

Επικηρύχθηκε από τους Τούρκους, οι οποίοι πάση θυσία ήθελαν να εξοντώσουν τον «Ελ Λόρενς» όπως τον ονόμαζαν, για το ποσό των 100.000 λιρών. Το Νοέμβριο του 1917 ο Λόρενς συνελήφθη από τους Τούρκους καθώς ενεργούσε αναγνώριση της περιοχής με αραβική ενδυμασία. Τον αναγνώρισαν όμως, τον συνέλαβαν και κατά τον ίδιο τον βίασαν, κατόρθωσε όμως τελικά να δραπετεύσει.

Παρ’ όλα αυτά, ο Λόρενς συνέχισε τις επιτυχείς πολεμικές επιχειρήσεις, κατά τις οποίες οι Άραβες κέρδισαν βαθμιαία εδάφη προς Βορράν. Ο Λόρενς προήχθη μέχρι τον βαθμό τού αντισυνταγματάρχη και τιμήθηκε με το Παράσημο των Διακεκριμένων Υπηρεσιών.

Όταν ο αραβικός στρατός έφθασε στη Δαμασκό, πριν κι από τους Άγγλους, τον Οκτώβριο του 1918, ο Λόρενς ήταν καταπονημένος σε μεγάλο βαθμό.

Μεταπολεμικές δραστηριότητες
Διάσημος πια, αναχώρησε για την Αγγλία αμέσως πριν από την ανακωχή του Μούδρου στις 30 Οκτωβρίου 1918, αρνούμενος ευγενικά να δεχθεί παράσημα από τον βασιλιά Γεώργιο Ε’ και αποστρατεύθηκε με τον βαθμό του αντισυνταγματάρχη στις 31 Ιουλίου 1919.

Δυσαρεστήθηκε έντονα όταν συνειδητοποίησε, στα πλαίσια της συνδιάσκεψης των Βερσαλιών (στην οποία μετείχε ως σύμβουλος του εμίρη Χουσεΐν) ότι οι συμμαχικές δυνάμεις αθετούσαν τις υποσχέσεις τους προς τον αραβικό λαό. Σε ένδειξη διαμαρτυρίας εξαφανίζεται εγκαταλείποντας την ανώτερη θέση που του είχαν δώσει, και την περίοδο αυτή ξεκινά τη συγγραφή του κυριότερου έργου του με τίτλο «Οι επτά στύλοι της σοφίας» (1926), που αποτελεί την επική αφήγηση της εκστρατείας στην Αραβία. Μολονότι το αρχικό χειρόγραφο χάθηκε, ο Λόρενς ξανάγραψε το έργο και πραγματοποίησε μία πρώτη έκδοση, την οποία ακολούθησε η περιληπτική έκδοση «Επανάσταση στην έρημο» το 1927. Παρά το γεγονός ότι αυτή η δεύτερη έκδοση συνετέλεσε στην εξάπλωση της φήμης του, εκείνος, τη στιγμή που κυκλοφορούσαν σε εκατομμύρια αντίτυπα έξι διαφορετικά βιβλία αξιόλογων συγγραφέων με τα κατορθώματα του, επέμενε να ζει στην αφάνεια.

Το 1921 κατατάχθηκε σαν απλός σμηνίτης στην αεροπορία αφού δεν δέχθηκε να καταταγεί ως αξιωματικός. Απολύθηκε από τη Βρετανική Αεροπορία στις 26 Φεβρουαρίου 1935 και αναζήτησε άλλη στρατιωτική υπηρεσία με τη μεσολάβηση ενός φίλου του στο υπουργείο Στρατιωτικών. Κατόρθωσε να καταταγεί στις 12 Μαρτίου 1923 ως οπλίτης στο Βασιλικό Σώμα Τεθωρακισμένων με το όνομα Τόμας Έντουαρντ Σω, ίσως λόγω της φιλίας του με τον Τζορτζ Μπέρναρντ Σο.

Ο θάνατός του
Ο Λόρενς, που υπήρξε φανατικός φίλος της μοτοσικλέτας, εδώ με μια Brough Superior.
Σε ηλικία μόλις 46 ετών, ο Λόρενς αντιμετωπίζει ζωή συνταξιούχου σε μια αγροικία, το Κλάουντς Χιλ στο Ντόρσετ, που σήμερα λειτουργεί ως μουσείο, μελετώντας ανατολικές γλώσσες και μεταφράζοντας Όμηρο. Ο Λόρενς υπήρξε ένας από τους λάτρεις του ελληνικού πνεύματος και όταν έμενε στην Αίγυπτο, τον συνέδεε στενή φιλία με τον Έλληνα ποιητή Καβάφη[εκκρεμεί παραπομπή].

Έπεσε θύμα δυστυχήματος, όταν η μοτοσικλέτα του συγκρούστηκε με αυτοκίνητο, που το οδηγούσε ένας αξιωματικός του βρετανικού ναυτικού. Ο Λόρενς, θανάσιμα τραυματισμένος, μεταφέρθηκε σε νοσοκομείο όπου και ξεψύχησε.

Γενήθηκε κατά σάρκα στις 9 Σεπτεμβρίου του 1957, στο χωριό Ευρύχου. Ο Θεόφιλος ήταν το τρίτο κατά σειρά τέκνο του Πάμπου και της Έλλης Γεωργιάδη και ο μοναδικός γιός ανάμεσα στα τέσσερα παιδιά της οικογενείας. Φοίτησε για τρία χρόνια στο (τουρκοκρατούμενο σήμερα) Γυμνάσιο Νεαπόλεως, στη Λευκωσία και στη συνέχεια στο Παγκύπριο Γυμνάσιο, απ’ όπου αποφοίτησε το 1975.  Μέχρι την τουρκική  εισβολή  του  Ιούλη του 1974, η  οικογένεια του διέμενε στο προάστειο Τράχωνας, βορείως της Λευκωσίας, επίσης κατεχόμενος σήμερα.

Ο Θεόφιλος μαζί με την οικογένειά του εγκαθίσταται στις ελεύθερες περιοχές της Μεγαλονήσου, σαν  πρόσφυγας  μέσα στην ίδια του την Πατρίδα.  

.Ο ΘΕΟΦΙΛΟΣ Χ. ΓΕΩΡΓΙΑΔΗΣ μεγάλωσε σε μια οικογένεια ένθερμων Ελλήνων πατριωτών της Κύπρου και γαλουχήθηκε με τα νάματα και τα ιδανικά της Φιλοπατρίας, της Ελευθερίας, του Ανθρωπισμού και της Δημοκρατίας. Ο πατέρας του Ήρωος, Χαράλαμπος (Πάμπος) Γεωργιάδης, μορφή ελληνική, βγαλμένη, θαρρείς, μέσα από  τα έπη του Ομήρου, ήτο αγωνιστής της Ε.Ο.Κ.Α. και πολέμησε ενάντια στην τούρκικη ανταρσία στην Κύπρο, το 1963. Τα υπέροχα ιδανικά που ο Θεόφιλος ενσάρκωσε και σφράγισε με τη θυσία και το αίμα του, γεννήθηκαν μέσα σε αυτό ακριβώς το πατριωτικό οικογενειακό περιβάλλον..

Η Ελληνική ανατροφή και τα πικρά βιώματα της προσφυγιάς και της μετέπειτα τουρκικής κατοχής, χάραξαν ανεξίτηλα την ευαίσθητη και τρυφερή εφηβική μνήμη του και σημάδεψαν καθοριστικά τη σκέψη και τη μοίρα του Ήρωος. Τον έκαναν ευαίσθητο όχι μόνο απέναντι στο δράμα του Κυπριακού Ελληνισμού αλλά και απέναντι στα πάθη όλων των λαών του κόσμου, των οποίων καταπατούνται τα φυσικά και αναφαίρετα ανθρώπινα δικαιώματα και οι ελευθερίες.   
..  
Η τουρκική εισβολή στην Κύπρο ήταν Εθνική καταστροφή και έγκλημα Εθνοκτονίας κατά του Ελληνισμού και της  Ανθρωπότητας. Σχολιάζοντας αργότερα, το 1992, την σκιαγραφούμενη από τις συμφωνίες Μακαρίου-Ντενκτάς (1977)  «λύση» του Κυπριακού, ο Θεόφιλος θα γράψει: 

..Πάνω στη βάση της εκδίωξης των 200,000 νομίμων κατοίκων της περιοχής, των ομαδικών τάφων πάνω από 6.000 σφαγιασθέντων ή πεσόντων της εισβολής και 1619 αγνοουμένων (83 Ελλαδίτες) στηρίζεται τόσο το δίκαιο όσο και η βιωσιμότητα της λύσης αυτής !  
..

 

Ο Θεόφιλος μετάτρεψε μέσα του τον πόνο του θανάτου, των αγνοουμένων, της προσφυγιάς  και της καταστροφής της Κύπρου σε όραμα Ελευθερίας και Δικαίωσης. Αυτό το όραμα του το υπηρέτησε πιστά και συνειδητά, ως γνήσιος Έλλην, με συνέπεια, τόλμη  και αυταπάρνηση. 
. 
Αμέσως μετά την  αποφοίτησή του από το Παγκύπριο Γυμνάσιο,  το 1975, κατατάσσεται στην Εθνική Φρουρά και υπηρετεί την στρατιωτική του θητεία στην 32α Μοίρα Καταδρομών με τον βαθμό του Εφέδρου Ανθυπολοχαγού. Εκπαιδεύτηκε στη Σχολή Εφέδρων Αξιωματικών Πεζικού (Σ.Ε.Α.Π.), στο Ηράκλειο της Κρήτης και στο Κέντρο Εκπαιδεύσεως Ανορθόδοξου Πολέμου (Κ.Ε.Α.Π.) στη Ρεντίνα της Θεσσαλονίκης.   

..Και μετά την ολοκλήρωση της στρατιωτικής του θητείας, συνεχίζει  να υπηρετεί ως  έφεδρος στην Εθνική Φρουρά και προάγεται στον βαθμό του Υπολοχαγού. Παράλληλα, πρωτοστατεί στην Ίδρυση του Παγκυπρίου Συνδέσμου Εφέδρων Καταδρομέων, του οποίου υπήρξε ιδρυτικό μέλος και δραστήριο στέλεχος.  
.

Προικισμένος με σπάνια φυσικά και πνευματικά χαρίσματα, φρόντισε έγκαιρα και μεθοδικά να συγκεντρώσει όλα εκείνα τα απαραίτητα εφόδια που θα του επέτρεπαν να αγωνιστεί με επιτυχία τον δίκαιο υπέρ πάντων αγώνα για τον Ιερό  Σκοπό΄ Σκοπό που δεν ήταν άλλος από την Απελευθέρωση της Ιδιαίτερης Πατρίδας του, της Κύπρου: Στην διάρκεια των ετών 1977 – 1981, σπουδάζει Πολιτικές Επιστήμες στο Πάντειο Πανεπιστήμιο των Αθηνών. Μαθαίνει την τουρκική γλώσσα και εξειδικεύεται στην τουρκολογία, βαθαίνοντας τις επιστημονικές του γνώσεις με σπουδές στη Γαλλία και τη Γερμανία.   

Με την επιστροφή του στην Κύπρο, αρχικά προσλαμβάνεται στην αστυνομική υπηρεσία, με ειδικότητα στα τουρκικά θέματα.   
. 

.Αργότερα, το 1986, η επιστημονική κατάρτιση του, του επέτρεψε να καταλάβει την θέση του λειτουργού τύπου στο  Τμήμα Τουρκικών Θεμάτων του Γραφείου Τύπου και Πληροφοριών (Γ.Τ.Π. – Press & Information Office, PiO) της Κυπριακής Δημοκρατίας. Βαθύς γνώστης της τουρκικής ιστορίας και γλώσσας, οξυδερκής παρατηρητής και επιστημονικός – στρατηγικός αναλυτής της σύγχρονης τουρκικής πραγματικότητας, ο Θεόφιλος αξιοποίησε με τον καλύτερο τρόπο, από αυτή την κυβερνητική θέση, τα προσόντα του προς όφελος της Πατρίδας του. Κύρια αποστολή του στο Γ.Τ.Π. είναι η καθημερινή μελέτη του τουρκικού τύπου (εφημερίδες, περιοδικά κλπ.) και η υποβολή σχετικών εκθέσεων και εισηγήσεων προς την Κυπριακή Πολιτεία. Παράλληλα παρακολουθεί διάφορα σεμινάρια που αφορούν την τουρκική πολιτική και την τουρκολογία.  

Το 1988, ο Θεόφιλος και άλλοι συναγωνιστές του ιδρύουν την Κυπριακή Επιτροπή Αλληλεγγύης στο Κουρδιστάν. Είναι ήδη το τέταρτο έτος του ένοπλου Εθνικοαπελευθερωτικού Αγώνα που διεξάγει το περήφανο έθνος των Κούρδων μέσα στην ίδια την επικράτεια της τουρκίας.  .

Η σκληρή και τιτάνια σύγκρουση του, με το φασιστικό τουρκικό κράτος αρχίζει να εκδηλώνεται ανοικτά. Οι διαλέξεις του σε εκδηλώσεις και συγκεντρώσεις πληθαίνουν. Οι συνεντεύξεις και τα άρθρα του στο ραδιόφωνο και τον τύπο είναι δεκάδες, εκατοντάδες: για το Κυπριακό, για τον εθνικοαπελευθερωτικό αγώνα των Κούρδων, για τα δικαιώματα του Ελληνισμού, για τη γενοκτονία εις βάρος των Ελλήνων του Πόντου, για τα Εθνικά Προβλήματα του Ελληνισμού, για το Αρμενικό ζήτημα. Κοινός παρονομαστής, η αποκάλυψη του βρώμικου, απάνθρωπου και φασιστικού προσώπου του τουρκικού κράτους-δολοφόνου.   

..Παράλληλα,  δεν παραλείπει ποτέ να τονίζει τα αδύνατα σημεία του τουρκικού κράτους: Μιλώντας την στέρεη και αδιάψευστη γλώσσα της επιστήμης και των αριθμών, διαλύει το μύθο της δήθεν «παντοδύναμης τουρκίας των  60 εκατομμυρίων», ένα μύθο ιδιαίτερα αρεστό στους εντός και εκτός Ελληνισμού ηττοπαθείς και άτολμους ηγετίσκους. Το πολιτικό κόστος που πληρώνει διεθνώς το τουρκικό αιμοσταγές και φασιστικό καθεστώς εξαιτίας και μόνον της πολύπλευρης διαφωτιστικής εκστρατείας που διεξάγει είναι ανυπολόγιστο

Τεράστια είναι και η συμβολή του στην προβολή των θέσεων του Απελευθερωτικού Μετώπου του Κουρδιστάν (ERNK), του Εργατικού Κόμματος του Κουρδιστάν (PKK) και  του Λαϊκού Απελευθερωτικού Στρατού του Κουρδιστάν (ARGK).   
 .. .. 
Αρθρογραφεί ακατάπαυστα στον ελληνικό και τον ελληνοκυπριακό Τύπο, ενώ ταυτόχρονα είναι βασικό στέλεχος της συντακτικής ομάδας του επίσημου δημοσιογραφικού οργάνου του PKK στην Ελλάδα, του περιοδικού «Φωνή του Κουρδιστάν».   
..  
Παράλληλα ο εντείνει τις προσπάθειές του για την ανεύρεση των Αγνοουμένων. Οι επαφές του με τον Απελευθερωτικό Αγώνα των Κούρδων του επιτρέπουν, ίσως, την πρόσβαση σε ακριβείς και αξιόπιστες πληροφορίες, δεδομένου ότι οι Κούρδοι αγωνιστές βρίσκονται παντού δικτυωμένοι μέσα στο τουρκικό κράτος, ενώ Κούρδοι στρατιώτες του Αττίλα ’74 αφυπνίζονται και αποκαλύπτουν λεπτομέρειες της τουρκικής εισβολής...  

..Ο αγώνας του φθάνει στο απόγειό του με την διοργάνωση του Διεθνούς  Συνεδρίου των Βρυξελλών, στις 12 και 13 Μαρτίου του 1994. Είναι ο διοργανωτής και η ψυχή του συνεδρίου. Οι αποκαλύψεις του έχουν πανευρωπαϊκή απήχηση και προκαλούν τρόμο και πανικό στην τουρκία. Όλοι οι παρευρισκόμενοι (επίσημοι, δημοσιογράφοι κλπ.)  καταδικάζουν την τουρκία για φασισμό, ρατσισμό, τρομοκρατία, εθνικό ξεκαθάρισμα, εισβολή και κατοχή στην Κύπρο. 

Ο Θεόφιλος δεν έχει ούτε ίχνος αμφιβολίας ότι το στρατοκρατικό φασιστικό καθεστώς της Άγκυρας δεν τρέφει κανένα απολύτως σεβασμό στις ανθρώπινες αξίες. Βία, θάνατος, γενοκτονία, τρομοκρατία και όλεθρος «στολίζουν» τον δρόμο των τούρκων, από την πρώτη στιγμή που μπήκαν στην ιστορία. Με εκατόμβες αθώων θυμάτων, λόφους κρανίων και ερειπίων, ανείπωτους βανδαλισμούς και ταπεινώσεις, εθνικές εκκαθαρίσεις και παιδομάζωμα πλήρωνε και πληρώνει η ανθρωπότητα την παρουσία του τουρκισμού επί της γης. Ο Θεόφιλος γνώριζε χωρίς αμφιβολία ότι το στρατοκρατικό καθεστώς της Άγκυρας δεν θα δίσταζε να αποπειραθεί να του κλείσει το στόμα. 

Όμως ο Θεόφιλος, γνήσιο τέκνο και ιδανική ενσάρκωση της δόξας του Προμηθεϊκού Γένους των Ελλήνων Πολεμιστών – Ελευθερωτών δεν  δίστασε ούτε στιγμή. Έπαιρνε μεν τις προφυλάξεις του, αλλά δεν έκανε ούτε ένα βήμα πίσω, πιστός στον δίκαιο αγώνα του. Εκ γενετής αθάνατος, ο Θεόφιλος πίστευε ότι η φυσική επιβίωση δεν ήταν ποτέ αξιότερη και τιμιώτερη από το χρέος για την ανάκτηση της τιμής και της ελευθερίας της Πατρίδας...

 Όσοι λευτερώθηκαν από την ύλη δεν φοβούνται ούτε τον πόνο ούτε τον φυσικό θάνατο. Όσοι λευτερώθηκαν από τα πάθη της ύλης μόνον ένα θάνατο τρέμουν: τον ηθικό και τον πνευματικό θάνατο. Και αυτό το θάνατο τον νίκησε ο Θεόφιλος από πολύ νωρίς.

Στις 20 Μαρτίου του 1994, ώρα 10 μ.μ., μίσθαρνα ανδράποδα των τουρκικών μυστικών τρομοκρατικών υπηρεσιών δολοφόνησαν ύπουλα και άνανδρα τον ήρωα, έξω από το σπίτι του, στη Λευκωσία. Στάλες τιμίου αίματος σφράγισαν ανεξίτηλα το μεγαλείο του ήρωα πολεμιστή και τεκμηρίωσαν το ορθό και το δίκαιο του ωραίου Αγώνα του του ένδοξου Αγώνα που οδηγεί, μόνον αυτός,   

  • στην ένοπλη απελευθέρωση των κατεχομένων εδαφών μας 
  • στην επιστροφή όλων των Ελλήνων προσφύγων στις εστίες τους
  • στην αποκατάσταση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων για όλους τους νόμιμους και ιστορικούς κατοίκους της Κύπρου και της ευρύτερης περιοχής της Ανατολικής Μεσογείου.

Πηγή: http://txg.tripod.com/b.html