Posts Tagged ‘Τούρκοι’

 

Το πρώτο ντοκιμαντέρ μικρού μήκους αποτελεί πρωτοβουλία της Επιτροπής Κατεχόμενων Δήμων της Κύπρου και έχει σαν στόχο την προβολή της συστηματικής καταστροφής της πολιτιστικής κληρονομιάς της Κύπρου που συντελείται στις κατεχόμενες περιοχές του νησιού, από την Τουρκική εισβολή του 1974. Η Τουρκία και το παράνομο τουρκοκυπριακό καθεστώς φέρουν πλήρη ευθύνη για την κατάσταση στην οποία βρίσκονται εκατοντάδες χριστιανικά και αρχαιολογικά μνημεία στην κατεχομένη Κύπρο: εκατοντάδες εκκλησιαστικά μνημεία έχουν βεβηλωθεί, λεηλατηθεί ή κατεδαφιστεί, ένας μεγάλος αριθμός εκκλησιών έχουν μετατραπεί σε τζαμιά, στάβλους, σχολές χορού και αποθήκες ενώ μια εκκλησία μετατράπηκε σε νεκροτομείο. Επίσης, πολλά αρχαιολογικά μνημεία παγκόσμιας εμβέλειας και αξίας καταστράφηκαν ενώ πολλές αρχαιότητες κλάπηκαν και πωλήθηκαν παράνομα και μένουν άφαντες μέχρι σήμερα.
Παραγωγή: Mediabox Ltd για την Επιτροπή Κατεχόμενων Δήμων, Λευκωσία 2011
Σενάριο: Άννα Μαραγκού
Σκηνοθεσία: Μιχάλης Γεωργιάδης

Η πολιτική πτυχή του ζητήματος 

Γενήθηκε κατά σάρκα στις 9 Σεπτεμβρίου του 1957, στο χωριό Ευρύχου. Ο Θεόφιλος ήταν το τρίτο κατά σειρά τέκνο του Πάμπου και της Έλλης Γεωργιάδη και ο μοναδικός γιός ανάμεσα στα τέσσερα παιδιά της οικογενείας. Φοίτησε για τρία χρόνια στο (τουρκοκρατούμενο σήμερα) Γυμνάσιο Νεαπόλεως, στη Λευκωσία και στη συνέχεια στο Παγκύπριο Γυμνάσιο, απ’ όπου αποφοίτησε το 1975.  Μέχρι την τουρκική  εισβολή  του  Ιούλη του 1974, η  οικογένεια του διέμενε στο προάστειο Τράχωνας, βορείως της Λευκωσίας, επίσης κατεχόμενος σήμερα.

Ο Θεόφιλος μαζί με την οικογένειά του εγκαθίσταται στις ελεύθερες περιοχές της Μεγαλονήσου, σαν  πρόσφυγας  μέσα στην ίδια του την Πατρίδα.  

.Ο ΘΕΟΦΙΛΟΣ Χ. ΓΕΩΡΓΙΑΔΗΣ μεγάλωσε σε μια οικογένεια ένθερμων Ελλήνων πατριωτών της Κύπρου και γαλουχήθηκε με τα νάματα και τα ιδανικά της Φιλοπατρίας, της Ελευθερίας, του Ανθρωπισμού και της Δημοκρατίας. Ο πατέρας του Ήρωος, Χαράλαμπος (Πάμπος) Γεωργιάδης, μορφή ελληνική, βγαλμένη, θαρρείς, μέσα από  τα έπη του Ομήρου, ήτο αγωνιστής της Ε.Ο.Κ.Α. και πολέμησε ενάντια στην τούρκικη ανταρσία στην Κύπρο, το 1963. Τα υπέροχα ιδανικά που ο Θεόφιλος ενσάρκωσε και σφράγισε με τη θυσία και το αίμα του, γεννήθηκαν μέσα σε αυτό ακριβώς το πατριωτικό οικογενειακό περιβάλλον..

Η Ελληνική ανατροφή και τα πικρά βιώματα της προσφυγιάς και της μετέπειτα τουρκικής κατοχής, χάραξαν ανεξίτηλα την ευαίσθητη και τρυφερή εφηβική μνήμη του και σημάδεψαν καθοριστικά τη σκέψη και τη μοίρα του Ήρωος. Τον έκαναν ευαίσθητο όχι μόνο απέναντι στο δράμα του Κυπριακού Ελληνισμού αλλά και απέναντι στα πάθη όλων των λαών του κόσμου, των οποίων καταπατούνται τα φυσικά και αναφαίρετα ανθρώπινα δικαιώματα και οι ελευθερίες.   
..  
Η τουρκική εισβολή στην Κύπρο ήταν Εθνική καταστροφή και έγκλημα Εθνοκτονίας κατά του Ελληνισμού και της  Ανθρωπότητας. Σχολιάζοντας αργότερα, το 1992, την σκιαγραφούμενη από τις συμφωνίες Μακαρίου-Ντενκτάς (1977)  «λύση» του Κυπριακού, ο Θεόφιλος θα γράψει: 

..Πάνω στη βάση της εκδίωξης των 200,000 νομίμων κατοίκων της περιοχής, των ομαδικών τάφων πάνω από 6.000 σφαγιασθέντων ή πεσόντων της εισβολής και 1619 αγνοουμένων (83 Ελλαδίτες) στηρίζεται τόσο το δίκαιο όσο και η βιωσιμότητα της λύσης αυτής !  
..

 

Ο Θεόφιλος μετάτρεψε μέσα του τον πόνο του θανάτου, των αγνοουμένων, της προσφυγιάς  και της καταστροφής της Κύπρου σε όραμα Ελευθερίας και Δικαίωσης. Αυτό το όραμα του το υπηρέτησε πιστά και συνειδητά, ως γνήσιος Έλλην, με συνέπεια, τόλμη  και αυταπάρνηση. 
. 
Αμέσως μετά την  αποφοίτησή του από το Παγκύπριο Γυμνάσιο,  το 1975, κατατάσσεται στην Εθνική Φρουρά και υπηρετεί την στρατιωτική του θητεία στην 32α Μοίρα Καταδρομών με τον βαθμό του Εφέδρου Ανθυπολοχαγού. Εκπαιδεύτηκε στη Σχολή Εφέδρων Αξιωματικών Πεζικού (Σ.Ε.Α.Π.), στο Ηράκλειο της Κρήτης και στο Κέντρο Εκπαιδεύσεως Ανορθόδοξου Πολέμου (Κ.Ε.Α.Π.) στη Ρεντίνα της Θεσσαλονίκης.   

..Και μετά την ολοκλήρωση της στρατιωτικής του θητείας, συνεχίζει  να υπηρετεί ως  έφεδρος στην Εθνική Φρουρά και προάγεται στον βαθμό του Υπολοχαγού. Παράλληλα, πρωτοστατεί στην Ίδρυση του Παγκυπρίου Συνδέσμου Εφέδρων Καταδρομέων, του οποίου υπήρξε ιδρυτικό μέλος και δραστήριο στέλεχος.  
.

Προικισμένος με σπάνια φυσικά και πνευματικά χαρίσματα, φρόντισε έγκαιρα και μεθοδικά να συγκεντρώσει όλα εκείνα τα απαραίτητα εφόδια που θα του επέτρεπαν να αγωνιστεί με επιτυχία τον δίκαιο υπέρ πάντων αγώνα για τον Ιερό  Σκοπό΄ Σκοπό που δεν ήταν άλλος από την Απελευθέρωση της Ιδιαίτερης Πατρίδας του, της Κύπρου: Στην διάρκεια των ετών 1977 – 1981, σπουδάζει Πολιτικές Επιστήμες στο Πάντειο Πανεπιστήμιο των Αθηνών. Μαθαίνει την τουρκική γλώσσα και εξειδικεύεται στην τουρκολογία, βαθαίνοντας τις επιστημονικές του γνώσεις με σπουδές στη Γαλλία και τη Γερμανία.   

Με την επιστροφή του στην Κύπρο, αρχικά προσλαμβάνεται στην αστυνομική υπηρεσία, με ειδικότητα στα τουρκικά θέματα.   
. 

.Αργότερα, το 1986, η επιστημονική κατάρτιση του, του επέτρεψε να καταλάβει την θέση του λειτουργού τύπου στο  Τμήμα Τουρκικών Θεμάτων του Γραφείου Τύπου και Πληροφοριών (Γ.Τ.Π. – Press & Information Office, PiO) της Κυπριακής Δημοκρατίας. Βαθύς γνώστης της τουρκικής ιστορίας και γλώσσας, οξυδερκής παρατηρητής και επιστημονικός – στρατηγικός αναλυτής της σύγχρονης τουρκικής πραγματικότητας, ο Θεόφιλος αξιοποίησε με τον καλύτερο τρόπο, από αυτή την κυβερνητική θέση, τα προσόντα του προς όφελος της Πατρίδας του. Κύρια αποστολή του στο Γ.Τ.Π. είναι η καθημερινή μελέτη του τουρκικού τύπου (εφημερίδες, περιοδικά κλπ.) και η υποβολή σχετικών εκθέσεων και εισηγήσεων προς την Κυπριακή Πολιτεία. Παράλληλα παρακολουθεί διάφορα σεμινάρια που αφορούν την τουρκική πολιτική και την τουρκολογία.  

Το 1988, ο Θεόφιλος και άλλοι συναγωνιστές του ιδρύουν την Κυπριακή Επιτροπή Αλληλεγγύης στο Κουρδιστάν. Είναι ήδη το τέταρτο έτος του ένοπλου Εθνικοαπελευθερωτικού Αγώνα που διεξάγει το περήφανο έθνος των Κούρδων μέσα στην ίδια την επικράτεια της τουρκίας.  .

Η σκληρή και τιτάνια σύγκρουση του, με το φασιστικό τουρκικό κράτος αρχίζει να εκδηλώνεται ανοικτά. Οι διαλέξεις του σε εκδηλώσεις και συγκεντρώσεις πληθαίνουν. Οι συνεντεύξεις και τα άρθρα του στο ραδιόφωνο και τον τύπο είναι δεκάδες, εκατοντάδες: για το Κυπριακό, για τον εθνικοαπελευθερωτικό αγώνα των Κούρδων, για τα δικαιώματα του Ελληνισμού, για τη γενοκτονία εις βάρος των Ελλήνων του Πόντου, για τα Εθνικά Προβλήματα του Ελληνισμού, για το Αρμενικό ζήτημα. Κοινός παρονομαστής, η αποκάλυψη του βρώμικου, απάνθρωπου και φασιστικού προσώπου του τουρκικού κράτους-δολοφόνου.   

..Παράλληλα,  δεν παραλείπει ποτέ να τονίζει τα αδύνατα σημεία του τουρκικού κράτους: Μιλώντας την στέρεη και αδιάψευστη γλώσσα της επιστήμης και των αριθμών, διαλύει το μύθο της δήθεν «παντοδύναμης τουρκίας των  60 εκατομμυρίων», ένα μύθο ιδιαίτερα αρεστό στους εντός και εκτός Ελληνισμού ηττοπαθείς και άτολμους ηγετίσκους. Το πολιτικό κόστος που πληρώνει διεθνώς το τουρκικό αιμοσταγές και φασιστικό καθεστώς εξαιτίας και μόνον της πολύπλευρης διαφωτιστικής εκστρατείας που διεξάγει είναι ανυπολόγιστο

Τεράστια είναι και η συμβολή του στην προβολή των θέσεων του Απελευθερωτικού Μετώπου του Κουρδιστάν (ERNK), του Εργατικού Κόμματος του Κουρδιστάν (PKK) και  του Λαϊκού Απελευθερωτικού Στρατού του Κουρδιστάν (ARGK).   
 .. .. 
Αρθρογραφεί ακατάπαυστα στον ελληνικό και τον ελληνοκυπριακό Τύπο, ενώ ταυτόχρονα είναι βασικό στέλεχος της συντακτικής ομάδας του επίσημου δημοσιογραφικού οργάνου του PKK στην Ελλάδα, του περιοδικού «Φωνή του Κουρδιστάν».   
..  
Παράλληλα ο εντείνει τις προσπάθειές του για την ανεύρεση των Αγνοουμένων. Οι επαφές του με τον Απελευθερωτικό Αγώνα των Κούρδων του επιτρέπουν, ίσως, την πρόσβαση σε ακριβείς και αξιόπιστες πληροφορίες, δεδομένου ότι οι Κούρδοι αγωνιστές βρίσκονται παντού δικτυωμένοι μέσα στο τουρκικό κράτος, ενώ Κούρδοι στρατιώτες του Αττίλα ’74 αφυπνίζονται και αποκαλύπτουν λεπτομέρειες της τουρκικής εισβολής...  

..Ο αγώνας του φθάνει στο απόγειό του με την διοργάνωση του Διεθνούς  Συνεδρίου των Βρυξελλών, στις 12 και 13 Μαρτίου του 1994. Είναι ο διοργανωτής και η ψυχή του συνεδρίου. Οι αποκαλύψεις του έχουν πανευρωπαϊκή απήχηση και προκαλούν τρόμο και πανικό στην τουρκία. Όλοι οι παρευρισκόμενοι (επίσημοι, δημοσιογράφοι κλπ.)  καταδικάζουν την τουρκία για φασισμό, ρατσισμό, τρομοκρατία, εθνικό ξεκαθάρισμα, εισβολή και κατοχή στην Κύπρο. 

Ο Θεόφιλος δεν έχει ούτε ίχνος αμφιβολίας ότι το στρατοκρατικό φασιστικό καθεστώς της Άγκυρας δεν τρέφει κανένα απολύτως σεβασμό στις ανθρώπινες αξίες. Βία, θάνατος, γενοκτονία, τρομοκρατία και όλεθρος «στολίζουν» τον δρόμο των τούρκων, από την πρώτη στιγμή που μπήκαν στην ιστορία. Με εκατόμβες αθώων θυμάτων, λόφους κρανίων και ερειπίων, ανείπωτους βανδαλισμούς και ταπεινώσεις, εθνικές εκκαθαρίσεις και παιδομάζωμα πλήρωνε και πληρώνει η ανθρωπότητα την παρουσία του τουρκισμού επί της γης. Ο Θεόφιλος γνώριζε χωρίς αμφιβολία ότι το στρατοκρατικό καθεστώς της Άγκυρας δεν θα δίσταζε να αποπειραθεί να του κλείσει το στόμα. 

Όμως ο Θεόφιλος, γνήσιο τέκνο και ιδανική ενσάρκωση της δόξας του Προμηθεϊκού Γένους των Ελλήνων Πολεμιστών – Ελευθερωτών δεν  δίστασε ούτε στιγμή. Έπαιρνε μεν τις προφυλάξεις του, αλλά δεν έκανε ούτε ένα βήμα πίσω, πιστός στον δίκαιο αγώνα του. Εκ γενετής αθάνατος, ο Θεόφιλος πίστευε ότι η φυσική επιβίωση δεν ήταν ποτέ αξιότερη και τιμιώτερη από το χρέος για την ανάκτηση της τιμής και της ελευθερίας της Πατρίδας...

 Όσοι λευτερώθηκαν από την ύλη δεν φοβούνται ούτε τον πόνο ούτε τον φυσικό θάνατο. Όσοι λευτερώθηκαν από τα πάθη της ύλης μόνον ένα θάνατο τρέμουν: τον ηθικό και τον πνευματικό θάνατο. Και αυτό το θάνατο τον νίκησε ο Θεόφιλος από πολύ νωρίς.

Στις 20 Μαρτίου του 1994, ώρα 10 μ.μ., μίσθαρνα ανδράποδα των τουρκικών μυστικών τρομοκρατικών υπηρεσιών δολοφόνησαν ύπουλα και άνανδρα τον ήρωα, έξω από το σπίτι του, στη Λευκωσία. Στάλες τιμίου αίματος σφράγισαν ανεξίτηλα το μεγαλείο του ήρωα πολεμιστή και τεκμηρίωσαν το ορθό και το δίκαιο του ωραίου Αγώνα του του ένδοξου Αγώνα που οδηγεί, μόνον αυτός,   

  • στην ένοπλη απελευθέρωση των κατεχομένων εδαφών μας 
  • στην επιστροφή όλων των Ελλήνων προσφύγων στις εστίες τους
  • στην αποκατάσταση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων για όλους τους νόμιμους και ιστορικούς κατοίκους της Κύπρου και της ευρύτερης περιοχής της Ανατολικής Μεσογείου.

Πηγή: http://txg.tripod.com/b.html

ΤΔΒΚ

Posted: 20 Σεπτεμβρίου, 2014 in Αταξινόμητα
Ετικέτες:

Τα κατεχόμενα μας εδάφη Τουρκική Δημοκρατία της Βόρειας Κύπρου (τουρ. Kuzey Kıbrıs Türk Cumhuriyeti (KKTC)) ονομάζεται από την Τουρκία το βόρειο τμήμα της Κυπριακής Δημοκρατίας, το οποίο τελεί υπό τουρκική κατοχή από το 1974 κατά παράβαση των Διεθνών Κανόνων Δικαίου. Η Τουρκία προέβη στην ανακήρυξη σε κράτος των κατεχομένων αυτών εδαφών, με την ονομασία: Τουρκική Δημοκρατία της Βόρειας Κύπρου (ΤΔΒΚ) (στα τουρκικά Kuzey Kıbrıs Türk Cumhuriyeti), κατά παράβαση του καταστατικού χάρτη των Ηνωμένων Εθνών το 1983, διαμελίζοντας την Κυπριακή Δημοκρατία. Η ανακήρυξη αυτή έγινε εννιά χρόνια μετά την τουρκική εισβολή στην Κύπρο με αφορμή την κατευθυνόμενη από την ελληνική Χούντα των Συνταγματαρχών του Δημήτριου Ιωαννίδη, ελληνοκυπριακή απόπειρα ανατροπής του Προέδρου Μακαρίου .

Η Τουρκική Δημοκρατία της Βόρειας Κύπρου αναγνωρίζεται μόνο από την Τουρκία, από την οποία και εξαρτάται πολιτικά, στρατιωτικά και οικονομικά. Τα Ηνωμένα Έθνη εξακολουθούν να αναγνωρίζουν την κυριαρχία της νόμιμης Κυπριακής Δημοκρατίας σε όλη την επικράτεια του νησιού και έχουν ανακηρύξει την προσπάθεια απόσχισης ως παράνομη. Στην Ελλάδα και την Κυπριακή Δημοκρατία, η ΤΔΒΚ αποκαλείται «ψευδοκράτος» [5] και «κατεχόμενα». O Οργανισμός της Ισλαμικής Διάσκεψης (OIC) αναβάθμισε το 2004 την εκπροσώπηση της τουρκοκυπριακής κοινότητας στον Οργανισμό, την οποία είχε αναγνωρίσει ως «μωαμεθανική κοινότητα-παρατηρητή» από το 1979, σε τουρκοκυπριακό κράτος-παρατηρητή, σύμφωνα με την επωνυμία που προέβλεπε για την τουρκοκυπριακή διοίκηση το απορριφθέν Σχέδιο Ανάν για την Κύπρο. Η χρήση του όρου τουρκοκυπριακό κράτος στο Σχέδιο Ανάν αφορούσε το ένα από τα δύο συστατικά κράτη της προβλεπόμενης ομόσπονδης κυπριακής δημοκρατίας και δεν προοριζόταν για ανεξάρτητη χρήση με την έννοια του κυρίαρχου κράτους, όπως εμμέσως αναγνωρίζει ο Οργανισμός στην ΤΔΒΚ ως κρατικό εκπρόσωπο των Τουρκοκυπρίων στις εργασίες του.

Ιστορικό

Μετά την τουρκική εισβολή στην Κύπρο, στις 20 Ιουλίου 1974, η Τουρκία κατέχει το 37% περίπου του νησιού. Εκεί είχε εγκαταστήσει μία διοίκηση που της ήταν υποτελής. Στις 15 Νοεμβρίου 1983 η διοίκηση αυτή ανακήρυξε τα κατεχόμενα εδάφη της Κύπρου ανεξάρτητο κράτος. Η ΤΔΒΚ (Τουρκική Δημοκρατία της Βόρειας Κύπρου) δεν έχει αναγνωριστεί από κανένα κράτος, εκτός από την Τουρκία.

Η αυθαίρετη αυτή ανακήρυξη ανεξαρτησίας, πάνω σε μια περιοχή που κατείχετο στρατιωτικά από μία άλλη χώρα, δεν έγινε δεκτή ούτε από τα Ηνωμένα Έθνη, τα οποία καταδίκασαν την ενέργεια αυτή με τα Ψηφίσματα 541/1983 και 550/1984 του Συμβουλίου Ασφαλείας και τη θεώρησαν νομικά άκυρη. Ζήτησαν επίσης την άμεση ανάκλησή της και παράλληλα προέτρεψαν όλα τα κράτη να μην την αναγνωρίσουν.

Η Τουρκία υποστηρίζει πως η τουρκοκυπριακή πλευρά οδηγήθηκε στην ανακήρυξη εξαιτίας των αξιώσεων της ελληνοκυπριακής πλευράς για κυριαρχία σε ολόκληρο το νησί.

Εκτός από τα Ηνωμένα Έθνη, την ανακήρυξη ανεξαρτησίας δεν αναγνώρισε ούτε το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Με την απόφασή του στην υπόθεση της Τιτίνας Λοϊζίδου, το Ε.Δ.Α.Δ. αποφάσισε πως, λόγω της παρουσίας 30.000 Τούρκων στρατιωτών στο νησί, η διοίκηση στα κατεχόμενα από την Τουρκία εδάφη της Κύπρου είναι μια υποτελής στην Τουρκία διοίκηση και πως η Τουρκία ευθύνεται για τις πράξεις και παραλείψεις της (τουλάχιστον στον τομέα των ανθρωπίνων δικαιωμάτων).

Παρόλα αυτά, ο Οργανισμός Ισλαμικών Συνδιασκέψεων αναγνώρισε την Τουρκική Δημοκρατία της Βόρειας Κύπρου ως κράτος και τη δέχθηκε ως παρατηρητή στον οργανισμό, με την ονομασία «Τουρκικό Κυπριακό κράτος». Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων επιδίκασε ποινή-αποζημίωση 90 εκατομμυρίων δολλαρίων στο τουρκικό κράτος για την εισβολή του 1974, ποινή μη δεσμευτική για την Τουρκία, σύμφωνα με την άποψη του υπουργού εξωτερικών της Τουρκίας Αχμέτ Νταβούτογλου.

Πληθυσμός και πολιτική εποικισμού

Σε μια προσπάθεια αλλοίωσης της πληθυσμιακής ισορροπίας της βόρειας Κύπρου, οι αρχές της ΤΔΒΚ εξακολουθούν να εμποδίζουν την επιστροφή των Ελληνοκύπριων προσφύγων στα σπίτια τους. Επιπλέον, οι τουρκικές αρχές μετέφεραν την περίοδο 1975-1995 ικανό αριθμό Τούρκων υπηκόων (εκτιμώνται σε περίπου 36.000) από τις ανατολικές επαρχίες της Τουρκίας και τους εγκατέστησαν στην κατεχόμενη Βόρεια Κύπρο, σε σπίτια Ελληνοκυπρίων που προηγουμένως είχαν αναγκαστεί να τα εγκαταλείψουν σαν αποτέλεσμα της εισβολής. Υπολογίζεται δηλαδή ότι πάνω από το 1/3 του τότε τουρκοκυπριακού πληθυσμού εγκαταστάθηκε την περίοδο εκείνη στη Β. Κύπρο, με αποτέλεσμα σήμερα οι έποικοι να υπερτερούν των γηγενών Τουρκοκυπρίων.

Σύμφωνα με τις τουρκοκυπριακές αρχές, ο πληθυσμός της περιοχής ελεγχόμενης από την ΤΔΒΚ ανέρχεται σε 264.172 κατοίκους, από τους οποίους το μεγαλύτερο μέρος αποτελούν γηγενείς Τουρκοκύπριοι. Συγκεκριμένα, κατά την τουρκοκυπριακή πλευρά, από τους 178.000 Τουρκοκύπριους πολίτες, το 74% είναι γηγενείς Τουρκοκύπριοι. Από τους υπόλοιπους, περίπου 16,000 έχουν γεννηθεί στην Κύπρο. Οι υπόλοιποι, περίπου 78,000, είναι έποικοι, ξένοι εργάτες, φοιτητές κ.λπ.

Σύμφωνα με υπολογισμούς των Αρχών της Κυπριακής Δημοκρατίας, ο πληθυσμός της ΤΔΒΚ είναι 200.000, εκ των οποίων 80-89.000 είναι γηγενείς Τουρκοκύπριοι και 109.000-117.000 είναι Τούρκοι έποικοι.

Οι στατιστικές πάντως του 1960 τοποθετούσαν τον αριθμό τον Τουρκοκυπρίων σε 102.000 και των Ελληνοκυπρίων σε 450.000.

Μικρός αριθμός Ελληνοκυπρίων και Μαρωνιτών (περίπου 3.000) εξακολουθούν να ζουν στο Ριζοκάρπασο και τον Κορμακίτη.

«Προεδρικές» Εκλογές

Στις εκλογές, που διενεργήθηκαν στις 18 Απριλίου 2010 ο Ντερβίς Έρογλου αναδείχθηκε νικητής με ποσοστό 50,38% έναντι 42,85% για τον έως τότε πρόεδρο, Μεχμέτ Αλί Ταλάτ, ο οποίος έλαβε ποσοστό 42,8% των ψήφων. Ο Έρογλου ορκίστηκε πρόεδρος στις 23 Απριλίου 2010. Σύμφωνα με τον Τσενγκίζ Ακτάρ, ειδικό επί των θεμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης στην Κωνσταντινούπολη, «ο Έρογλου έχει ισχυρή προσωπικότητα ικανή να οδηγήσει σε αποτυχία τις όποιες διαπραγματεύσεις για επίλυση του Κυπριακού Ζητήματος, ενώ οι πολύ καλές του σχέσεις με την Στρατιωτική Ηγεσία της Άγκυρας δεν βοηθά ιδιαιτέρως την κατάσταση». Από την πλευρά του, ο Αλεξάντερ Ντάουνερ, εκπρόσωπος του ΟΗΕ στο νησί προειδοποίησε και τις δύο πλευρές για «μαύρο μέλλον» σε περίπτωση αποτυχίας των διαπραγματεύσεων, πιέζοντας, ταυτόχρονα, τους δύο ηγέτες να εντείνουν τις μεταξύ τους επαφές.

Διοικητική Υποδιαίρεση

Χάρτης των περιφερειών της Κύπρου από το 1974

Η Τουρκική Δημοκρατία της Βόρειας Κύπρου είναι χωρισμένη σε πέντε περιφέρειες[εκκρεμεί παραπομπή] οι οποίες φέρουν την τουρκική ονομασία της πρωτεύουσάς τους:

Πρωτεύουσα του κράτους είναι το βόρειο τμήμα της Λευκωσίας (Lefkoşa στα τούρκικα). Ο διαχωρισμός μεταξύ της μη ελεγχόμενης περιοχής και της περιοχής ελεγχόμενης από την Κυπριακή Δημοκρατία, γνωστός ως Πράσινη Γραμμή, τελεί υπό τον έλεγχο 1.400 Κυανόκρανων, αλλά και του Ηνωμένου Βασιλείου. Το τελευταίο διατηρεί στρατιωτικές βάσεις με περίπου 4.000 στρατιώτες στο Ακρωτήρι, στα νότια του Κυπριακής Δημοκρατίας, και την Δεκέλεια.

Διπλωματία

Η Τουρκική Δημοκρατία της Βόρειας Κύπρου είναι αναγνωρισμένη ως ανεξάρτητο κράτος μονάχα από την Τουρκία. Στα πλαίσια των 25ων γενεθλίων από την ανακήρυξη της ΤΔΒΚ, ο Ραούφ Ντενκτάς, πρώην και πρώτος Τουρκοκύπριος ηγέτης, ανέφερε στη διάρκεια συνέντευξής του ότι το Πακιστάν και το Μπανγκλαντές είχαν αναγνωρίσει την ΤΔΒΚ από την ανακοίνωση κιόλας της ανεξαρτησίας της, αλλά οι δύο αυτές χώρες είχαν υποχρεωθεί να υποχωρήσουν εμπρός στην διεθνή πίεση. Το Πακιστάν υπήρξε επίσης η μοναδική χώρα που ψήφισε κατά της απόφασης υπ’αριθμόν 541 των Ηνωμένων Εθνών που θεώρησαν την ανακοίνωση της ανεξαρτησίας της ΤΔΒΚ ως μηδαμινής δικαστικής εγκυρότητας.

Το 1992, η Αυτόνομη Δημοκρατία του Ναχιτσεβάν αναγνώρισε την Τουρκική Δημοκρατία της Βόρειας Κύπρου, αλλά αυτή η αναγνώριση δεν είχε κανέναν επίσημο χαρακτήρα, καθώς το Αζερμπαϊτζάν, αν και είχε εκφράσει πολλάκις την επιθυμία του να θεωρεί την ΤΔΒΚ ως Κράτος, ωστόσο, δεν αναγνώριζε την ανεξαρτησία του βόρειου τμήματος του νησιού

Το 2005, σύμφωνα με τον τουρκικό Τύπο, ο Τουρκοκύπριος Υπουργός Εξωτερικών Υποθέσεων, Σερντάρ Ντενκτάς είχε δηλώσει στα ΜΜΕ, έπειτα από μια επίσκεψη στην Γκάμπια, ότι ο ομόλογός του της Γκάμπια δεν έβλεπε κάτι το αρνητικό στη δημιουργία διπλωματικών σχέσεων με την ΤΔΒΚ, αν και δεν υπήρξε καμιά ενέργεια προς αυτή την κατεύθυνση στη διάρκεια αυτής της επίσκεψης. Το 2008, η Τουρκική Δημοκρατία της Βόρειας Κύπρου εγκαινίασε ένα Γραφείο Τουρισμού και Εμπορίου στο Κατάρ.

Το 2007, επισκεπτόμενος το Ντενιζλί της Τουρκίας, ο Τουρκοκύπριος ηγέτης Μεχμέτ Αλί Ταλάτ δήλωσε : «Έχουμε ανάγκη την βοήθεια του τουρκικού κόσμου, καθώς προερχόμαστε, πρωτίστως, από το ίδιο έθνος. Μέχρι σήμερα, δεν δεχτήκαμε την βοήθεια που αναμέναμε από τις τουρκόφωνες χώρες. Με εξαίρεση, βέβαια, την Τουρκία, λαμβάνουμε μια σχετικά μικρή βοήθεια από το Αζερμπαϊτζάν και την Κιργιζία. Και πέραν του τουρκικού κόσμου, δεχόμαστε, επίσης, την βοήθεια του Πακιστάν

Η Τουρκοκυπριακή Ομοσπονδία Μπιλιάρδου αποτελεί μέλος της Παγκόσμιας Ένωσης Μπιλιάρδου.

 

 

 

Ήταν Αύγουστος του 1964 όταν η Κύπρος, για πρώτη φορά στη νεότερη ιστορία της, αντιμετώπισε άμεσο κίνδυνο τουρκικής εισβολής. Στις 8 και 9 Αυγούστου η τουρκική πολεμική αεροπορία βομβάρδισε την περιοχή της Τηλλυρίας με ΒΟΜΒΕΣ ΝΑΠΑΛΜ, προκαλώντας το θάνατο σε αμάχους και τεράστιες υλικές ζημιές. Ο βομβαρδισμός της Τηλλυρίας ήταν το αποκορύφωμα των πολεμικών επιχειρήσεων που είχαν ξεσπάσει στην περιοχή μεταξύ της ελληνοκυπριακής εθνοφρουράς και της τουρκοκυπριακής παραστρατιωτικής οργάνωσης ΤΜΤ. Οι Τουρκοκύπριοι, οι οποίοι από τις αρχές του 1964 συγκεντρώθηκαν σε θυλάκους, βρίσκονταν υπό την απόλυτο έλεγχο της Τουρκίας και ειδικά του τουρκικού στρατού.

Οι θύλακοι διοικούνταν από Τούρκους στρατιωτικούς που βρίσκονταν παράνομα στην Κύπρο. Ο στρατιωτικός διοικητής ήταν ο απόλυτος άρχοντας και επέβαλλε την εξουσία του με κάθε θεμιτό ή αθέμιτο μέσο. Λόγω της οικονομικής απομόνωσης στην οποία περιήλθαν οι Τουρκοκύπριοι, κάθε εμπορική δραστηριότητα είχε νεκρώσει. Σχεδόν στο σύνολό του ο οικονομικά ενεργός πληθυσμός ήταν έμμισθος του τουρκικού κράτους, το οποίο χρηματοδοτούσε την τουρκοκυπριακή διοίκηση που είχε αποσχισθεί από την Κυπριακή Δημοκρατία. Όσοι ήταν σε θέση να φέρουν όπλα ήταν «επαγγελματίες αγωνιστές». Πληρώνονταν, δηλαδή, από την Τουρκία και εκπαιδεύονταν στη χρήση των όπλων, με σκοπό να χρησιμοποιηθούν σε μελλοντικές στρατιωτικές επιχειρήσεις. Τότε η πλειονότητα των Τουρκοκυπρίων, ως αποτέλεσμα της επιρροής που είχε επάνω τους η Άγκυρα, υποστήριζαν τη διχοτόμηση.

Κατά τη διάρκεια του 1964 η εξτρεμιστική ηγεσία του τουρκικού στρατού παρακινούσε διά της ΤΜΤ τους Τουρκοκύπριους σε προβοκατόρικα επεισόδια βίας στην Κύπρο, με σκοπό την επιτάχυνση των σχεδίων της Άγκυρας για στρατιωτική επέμβαση στην Κύπρο. Η ελληνοκυπριακή ηγεσία, στην αφέλειά της, συχνά, προκαλούσε επεισόδια με τους Τουρκοκύπριους ή ανταπέδιδε τις προκλήσεις της ΤΜΤ στα ίσα, με αποτέλεσμα να βαθαίνει η ρήξη στις σχέσεις μεταξύ των δύο κοινοτήτων της Κύπρου.

Αποτέλεσμα της πολιτικής αυτής ήταν και η πρόκληση των επεισοδίων στην περιοχή του θυλάκου Μανσούρας-Κοκκίνων στην περιοχή της Τηλλυρίας. Ο θύλακος αυτός ήταν από τους σημαντικότερους που ήλεγχαν οι Τουρκοκύπριοι. Ήταν ο μοναδικός με πρόσβαση στη θάλασσα και χρησιμοποιείτο ως δίοδος για τη λαθραία εισαγωγή οπλισμού στην Κύπρο. Ο Μακάριος, που συνεργαζόταν με τον Γρίβα, ο οποίος έφτασε στην Κύπρο τον Ιούνιο του 1964 και ανέλαβε καθήκοντα στρατιωτικού διοικητή της Κύπρου, συζήτησε μαζί του την κατάσταση και αποφάσισαν την εξουδετέρωση του θυλάκου.

Οι Τούρκοι με τις προκλητικές δραστηριότητές τους στην περιοχή, έδειχναν ότι επιδίωκαν τη σύγκρουση, με την προσδοκία ότι θα προκαλούσαν την επέμβαση της Τουρκίας. Στις 7 Αυγούστου 1964, ο Γρίβας, κατόπιν έγκρισης της κυπριακής κυβέρνησης, με αφορμή προκλητικές δραστηριότητες της ΤΜΤ, διέταξε επίθεση τμημάτων της Εθνικής Φρουράς και ομάδων ατάκτων κατά του θυλάκου Μανσούρας – Κοκκίνων με σκοπό την εξολόθρευση του θύλακα. Το ιστορικό των μαχών της Μανσούρας, όπως προκύπτει από τα απομνημονεύματα του τότε αρχηγού της Εθνικής Φρουράς στρατηγού Καραγιάννη («Οι Μάχες της Μανσούρας», εκδόσεις Αλφάδι, Λευκωσία, 2003) καθώς και από άλλες γραπτές πηγές (Συνοπτική αναφορά στα γεγονότα δες: «Πολίτης», Χρονικό, 3 Αυγούστου 2003) καταδεικνύει ότι επρόκειτο για μια επιχείρηση που εκτός από πολιτικιά λανθασμένη.

Στις 9 Αυγούστου, ενώ η τουρκική αεροπορία συνέχιζε τους βομβαρδισμούς στην περιοχή Τηλλυρίας, το Υπουργικό Συμβούλιο αποφάσισε την επίδοση τελεσιγράφου στην Τουρκία, πως αν μέχρι τη 1.00 μ.μ δεν τερματίζονταν οι βομβαρδισμοί, η κυβέρνηση θα διέτασσε γενική επίθεση κατά των τουρκοκυπριακών χωριών. Το τελεσίγραφο διαβιβάστηκε στην πρεσβεία της Τουρκίας στη Λευκωσία, μέσω της αμερικάνικης πρεσβείας! Την ίδια στιγμή ο Γιωρκάτζης αποτάθηκε στον στρατηγό Καραγιάννη και του ζήτησε να του υποδείξει δύο χωριά προς υλοποίηση της απειλής.

Ευτυχώς οι βομβαρδισμοί τερματίστηκαν ως αποτέλεσμα διεθνών πιέσεων και δεν χρειάστηκε να υλοποιηθεί η απειλή της κυπριακής κυβέρνησης. Διαφορετικά, ενδεχομένως να μιλούσαμε σήμερα για τον μαύρο Αύγουστο του 1964, αντί για το μαύρο Ιούλιο του 1974. Το περιστατικό αυτό καταδεικνύει ότι ο Μακάριος και η κυβέρνησή του δεν είχαν καθόλου αντίληψη των πραγματικοτήτων. Πίστευαν ότι η Τουρκία θα λυπόταν τους Τουρκοκύπριους και θα τερμάτιζε τους βομβαρδισμούς.

Στην πραγματικότητα, η Άγκυρα διόλου δεν νοιαζόταν για τους Τουρκοκύπριους, τους οποίους χρησιμοποιούσε για να υλοποιήσει τα σχέδιά της στην Κύπρο. Ως αποτέλεσμα της τουρκικής επιρροής, καθώς και των λανθασμένων πολιτικών επιλογών από το σύνολο της κυπριακής πολιτικής ηγεσίας, κατά την κρίσιμη περίοδο 1963 – 1968, η πλειονότητα των Τουρκοκύπριων συσπειρώθηκαν γύρω από την ΤΜΤ και επένδυσαν τις προσδοκίες τους για καλύτερη ζωή στην απόσχισή τους από το κυπριακό κράτος. Βέβαια, ούτε και στην ηγεσία των Τουρκοκυπρίων υπήρξαν πολιτικές πρωτοβουλίες υπέρ της συνύπαρξης και της συνεργασίας μεταξύ των Ελληνοκυπρίων και των Τουρκοκυπρίων κάτω από τη στέγη της Κυπριακής Δημοκρατίας.

Οι συνθήκες ήταν τέτοιες που όποιος δεν ευθυγραμμιζόταν με την πολιτική της Τουρκίας εξαφανιζόταν. Το 1974 οι Τουρκοκύπριοι, σχεδόν στην ολότητά τους, έδωσαν πίστη στις διακηρύξεις της Τουρκίας ότι η επέμβαση της στην Κύπρο είχε σκοπό να τους σώσει από τον ελληνικό κίνδυνο. Μετακινήθηκαν στο βορρά και επιδίωξαν μερίδιο από τη λεία των περιουσιών που εγκατέλειψαν στο βορρά οι Ελληνοκύπριοι πρόσφυγες. Χρειάστηκε να περάσουν 30 ολόκληρα χρόνια για να μάθουν το μάθημά τους, όπως το είχαν μάθει οι Ελληνοκύπριοι το 1974: Ότι, δηλαδή, μόνο η Κυπριακή Δημοκρατία, ως ανεξάρτητο κράτος μέλος της Ε.Ε., μπορεί να διασφαλίσει τα δικαιώματά τους και να ικανοποιήσει τις προσδοκίες τους για αξιοπρεπή ζωή στον ευρύτερο ευρωπαϊκό χώρο.

Turkish War Criminal Attila Olgac admits having killed 10 Cypriot POWs during 1974 Cyprus invasion

Μιλώντας σε εκπομπή στο τουρκικό τηλεοπτικό κανάλι Star, ο ηθοποιός Attila Olgac ομολογεί ότι σκότωσε 10 Κύπριους αιχμαλώτους κατά την διάρκεια της βάρβαρης Τουρκικής εισβολής στην Κύπρο.

Βέβαια μετά τον σάλο που προκλήθηκε ανακάλεσε αυτά που είπε δίνοντας αυτή τη γελοία δικαιολογία…

 

1958: Του Γιάννη Σπανού

Στις 12 Ιουνίου 1958, απόγευμα Πέμπτης, γράφτηκε με αίμα αθώων ένα ακόμα κεφάλαιο της ιστορίας της πατρίδας μας. Εξαγριωμένος όχλος από 200 περίπου Τούρκους του αμιγούς τουρκικού χωριού Κιόνελι, κατακρεούργησε οκτώ Έλληνες από τον Κοντεμένο και τραυμάτισε άλλους τόσους με όπλα, μπαλτάδες, χασαπομάχαιρα, τσεκούρια, λοστούς και άλλα φονικά όργανα. Το πρωτοφανές στυγερό έγκλημα βύθισε το Λαό μας στο πένθος και στην απόγνωση. Τη μακάβρια σκηνή του φρικτού κακουργήματος αντίκρυσε ο δημοσιογράφος του «Φιλελευθέρου» Χρήστος Πέτσας, που κατόρθωσε να απαθανατίσει τον εφιάλτη με τη φωτογραφική του, διατρέχοντας ο ίδιος κίνδυνο («Φιλελεύθερος» 13 Ιουλίου 1958 κ.εξ.).

Ο ισχυρισμός Ελλαδίτη πρώην διπλωμάτη ότι το έγκλημα οφειλόταν σε αντίδραση των Τούρκων σε δήθεν επιθέσεις της ΕΟΚΑ στο Κιόνελι δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Είναι ατυχής, αν όχι ψευδής και επιεικώς μπορεί ν΄ αποδοθεί σε παραπλάνηση, που η επαναφορά της, πενήντα χρόνια μετά, είναι εντελώς αδικαιολόγητη, διότι:

  • Η ΕΟΚΑ ουδέποτε επιχείρησε οποιασδήποτε μορφής επίθεση στο Κιόνελι.
  • Το αποτρόπαιο κακούργημα ήταν εντεταγμένη, οργανωμένη, ενέργεια της κακοδαιμονίας και διεπράχθη με τη συνέργεια των τότε βρετανικών δυνάμεων, με την εμπλοκή του Άγγλου σταθμάρχη Γερολάκκου, Γκίλ, του διοικητή του σώματος Τούρκων επικουρικών αστυνομικών, Άγγλου Τσάσλερ, του Τούρκου επιθεωρητή Μεχμέτ Ασίμ Ερόλ, πιθανώτατα του βασανιστή Άγγλου Μπερτζ του Special Branch, Άγγλων στρατιωτικών που αναφέρονται στα πρακτικά της δικαστικής  παρωδίας των δικαστών Μόργκαν, Μπόϊλ, των νομικών Σίμψον, Μπάλλαρντ, Ραούφ Ντεκτάς κ.ά.
  • Τονίζεται ότι κατά τις αναγνωριστικές παρατάξεις, την προανάκριση και τη δίκη, αναγνωρίστηκαν δράστες των δολοφονιών και αποκαλύφθηκαν τα στοιχεία των μοτοσικλετών των οποίων επέβαιναν, ARIEL A431 και A.J.S. E790, οι Τουρκοκύπριοι ιδιοκτήτες τους από το Κιόνελι.
  • Παρά ταύτα όλοι οι κατηγορούμενοι αθωώθηκαν.
  • Το στυγερό μαζικό έγκλημα εντάσσεται στον κύκλο του αίματος Ιουνίου Ιουλίου – Αυγούστου του 1958, με συρροή δολοφονικών επιθέσεων της οργανωμένης από την Άγκυρα τρομοκρατίας και τις σφαγές 80 αθώων Ελλήνων. Οι δολοφονίες, οι πυρπολήσεις, οι λεηλασίες, δεν προκλήθηκαν από επιθέσεις της ΕΟΚΑ. Ο όλεθρος πυροδοτήθηκε από την «προβοκάτσια» της 7ης Ιουνίου 1958, με έκρηξη βόμβας στο προξενείο της τουρκίας, στην τουρκοκρατούμενη συνοικία της Λευκωσίας. Την «προβοκάτσια» παρεδέχθη ο Ραούφ Ντενκτάς στις 26 Ιουνίου 1984, σε τηλεοπτική συνέντευξη σε αγγλικό δίκτυο, όπως παρεδέχθη και ο Τούρκος πρέσβης Εμίν Ντιρβάνα, στη «Μιλλιέτ» Κωνσταντινουπόλεως στις 15 Μαΐου 1964, την «προβοκάτσια» στα τεμένη «Ομεριέ» και «Μπαϋρακτάρ» στις 25 Μαρτίου 1962. (Μαρτυρίες και από Αζίζ, Σεφέρογλου, Ταχσίν» κ.ά).
  • Επισημαίνεται το κύμα επιθέσεων στις βόρειες συνοικίες της Λευκωσίας, με τις δολοφονίες ανύποπτων Ελλήνων, τις πυρπολήσεις του Αγίου Λουκά και του «Ολυμπιακού», που προηγήθηκαν της σφαγής του Κιόνελι.
  • Στους τόμους Β και Γ της ιστορίας της ΕΟΚΑ, του γράφοντος, τα γεγονότα παρατίθενται με λεπτομερείς περιγραφές, αναλύσεις, παρατηρήσεις και στις τότε καταθέσεις των επιζησάντων της σφαγής του Κιόνελι Κοντεμενιωτών που αναγράφονται αυτολεξεί.

Ούτως εχόντων των πραγμάτων ο περί προκλήσεων της ΕΟΚΑ στο Κιόνελι ισχυρισμός Ελλαδίτη διπλωματικού είναι τουλάχιστον ανακριβής και παραπλανητικός και για την αποκατάσταση της ιστορικής αλήθειας γράφεται το παρόν.

http://www.giannisspanos.com/?p=457

 

1963: Της Κίνησης για ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ & ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ ΣΤΗΝ ΚΥΠΡΟ, Αιματηρή Αλήθεια-Βloody Truth, Σελίδα 67:

Οι Τουρκοκύπριοι ισχυρίστηκαν ότι στις 24 Δεκεμβρίου 1963 ένοπλοι Ελληνοκύπριοι εισέβαλαν στο σπίτι του Τούρκου αξιωματικού και σκότωσαν τα μέλη της οικογένειάς του, τα οποία για περισσότερη ασφάλεια κλειδώθηκαν στο μπάνιοτου σπιτιού. Οι σοροί μεταφέρθηκαν στην πόλη Ελαζίγ της Τουρκίας με στρατιωτικό αεροσκάφος.Σύμφωνα με παλαιότερο δημοσίευμα της «Αφρί-
κα», η δολοφονία διεπράχθη σε άλλο σημείο και από εκεί τα πτώματα μεταφέρθηκαν στο μπάνιο της οικίας του Ιλχάν. Η οικία του επίατρου της ΤΟΥΡΔΥΚ Νιχάτ Ιλχάν έχει μετατραπεί σε «μου-σείο βαρβαρότητας» και το κατοχικό καθεστώςδιοργανώνει επισκέψεις σχολείων και επισήμων.

Η φωτογραφία με τα τρία ανήλικα παιδιά δολοφονημένα στην μπανιέρα του σπιτιού τους έγινε η σημαία της τουρκικής προπαγάνδας, με τον ισχυρισμό διάπραξης «γενο- κτονίας» σε βάρος των Τουρκοκυπρίων από τους Ελληνοκύπριους.

«Το έγκλημα είχε διαπράξει σε κατάσταση αμόκ ο Τούρκος ταγματάρχης Νιχάτ Ιλχάν, που υπηρετούσε στην ΤΟΥΡΔΥΚ (Τουρκική Δύναμη Κύπρου), με θύματα την σύζυγο του και τα παιδιά του. Το σπίτι του (όπου έγινε το έγκλημα) βρισκόταν στο κέντρο της τουρκικής συνοικίας, όπου ποτέ δεν έφτασε οποιοδήποτε τμήμα των ελληνοκυπριακών δυνάμεων» Κίνηση για

Ο άνθρωπος, που το 1963 φωτογράφισε την φρικιαστική σκηνή και οι φωτογραφίες του έγιναν κύριο μέσο προπαγάνδας,
ήταν ο Τούρκος δημοσιογράφος Αχμέτ Μπαράν. Το 1985, ως επικεφαλής του γραφείου του τουρκικού ειδησεογραφικού πρακτορείου «Ανατονλού» στην Αθήνα, ο Αχμέτ Μπαράν αποκάλυψε στον δημοσιογράφο Κώστα Γεννάρη την αλήθεια.